Βιβλίο… ο μεγάλος ταξιδευτής

Είναι γενικά γνωστό πως η πορεία του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη χωρίζεται σε δύο μεγάλες περιόδους: στην προϊστορία και την ιστορία, που σηματοδοτείται από την εμφάνιση της γραφής. Όταν οι τροφοσυλλέκτες εγκαταστάθηκαν σε ένα μόνιμο τόπο κατοικίας, αντιμετώπισαν πάμπολλα προβλήματα οργάνωσης και συνύπαρξης. Χρειάστηκαν λοιπόν κανόνες και νόμους γι’ αυτό και επινόησαν τη γραφή, που αποτελεί καταγραφή του προφορικού λόγου σε μια μόνιμη συμβατική μορφή, άμεσα συνδεδεμένη με τις ανάγκες της αστικής ζωής. Καθώς ο άνθρωπος συνειδητοποιεί το πεπερασμένο της βραχύβιας ύπαρξής του, την θνητότητά του, αναζητά το διαχρονικό  και μέσω των γραπτών καταφέρει ένα καίριο πλήγμα στην προφορικότητα που «πετά» όπως έλεγαν και οι Λατίνοι. ( scripta manet, verba volant). Οι πρώτοι «οικοδεσπότες» των γραφών, συνήθως εμπορικών και θρησκευτικών κειμένων, υπήρξαν οι πήλινες πλάκες της Μεσσοποταμίας, υλικό βαρύ αλλά ανθεκτικό.

Η άνθηση του εμπορίου όμως δημιούργησε και την ανάγκη για πιο ελαφριά γραφική ύλη, που να μπορεί να μεταφέρεται και να μην πιάνει χώρο. Έτσι οι γραφίδες συστήθηκαν σε ένα νέο  υλικό: τον πάπυρο,  ο οποίος χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαίους Αιγυπτίους (Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας), Έλληνες (Βιβλιοθήκη της Αθήνας) και Ρωμαίους (Βιβλιοθήκη της Ρώμης). Οι πάπυροι τυλίγονταν σε μορφή ρολού, το μήκος του οποίου έφτανε μερικές φορές και τα 40 μέτρα, τα περίφημα ειλητάρια ή ειλητά. Οποιαδήποτε γραφή σε πάπυρο αποτελούσε ένα   βιβλίο, όπως άλλωστε μαρτυρεί και το όνομά του που προέρχεται από την Βύβλο, πόλη της Φοινίκης που παρήγαγε κατεργασμένους παπύρους. Τα γραπτά διάσημων συγγραφέων της αρχαιότητας γράφτηκαν σε ειλητά από πάπυρο και η δημιουργία των αντιγράφων γινόταν χειρόγραφα από επαγγελματίες αντιγραφείς. Οι ιδέες αρχίζουν τα παρθενικά τους ταξίδια στον τότε γνωστό κόσμο είτε μέσω του εμπορίου, είτε μέσω των πολεμικών εκστρατειών, που αποτελούν επίσης αθρόες μετακινήσεις πληθυσμών. Μύθοι και θρύλοι, περιπέτειες θεών και ανθρώπων, οδηγίες και γιατροσόφια, σχέδια και απεικονίσεις, περιγραφές και ηρωικά κατορθώματα ξεπηδούν μέσα από τους παπύρους και γύρω από τη φωτιά, κάτω από τον έναστρο ουρανό των δασών, στα λιμάνια και στα βασανιστικά ατέλειωτα ταξίδια με καράβια.

Βέβαια επειδή η αντιγραφή γινόταν με το χέρι η όλη διαδικασία ήταν ακριβή και αργή και ο αριθμός των αντιτύπων κάθε έργου ήταν πολύ περιορισμένος. Ο πάπυρος πάλι  σαν υλικό, δεν άντεχε πάνω από 100 χρόνια κυρίως σε υγρά κλίματα. Επίσης  δεν φύτρωνε σε πολλά μέρη  και δεν επαρκούσε για να καλύψει τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες του αρχαίου κόσμου. Έτσι τη σκυτάλη θα πάρει γύρω στον δεύτερο αιώνα π.Χ., ο Ευμένης, ο βασιλιάς της Περγάμου, ο οποίος τελειοποιεί την παραγωγή της περγαμηνήςδιφθέρα» για τους αρχαίους Έλληνες από όπου προέρχεται και η λέξη δεφτέρι ή τεφτέρι- που ήταν φτιαγμένη από επεξεργασμένα δέρματα ζώων και χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους Εβραίους και τους Πέρσες στην αρχή.  Με την πάροδο των αιώνων και συγκεκριμένα από τον 4ο αιώνα μ.Χ. το σχήμα του κυλινδρικού “βιβλίου”  εγκαταλείπεται σιγά σιγά και κάνει την εμφάνισή του ο κώδικας (codex), ο οποίος αποτελείται από φύλλα παπύρου ή περγαμηνής διπλωμένα στα τέσσερα ( «τετράδιο») και ραμμένα σε ξύλινες πλάκες. Το νέο αυτό σχήμα έμελλε να κυριαρχήσει σε όλους τους λαούς στα πέρατα του κόσμου, μαζί με μια άλλη κινέζικη εφεύρεση του δωδέκατου αιώνα μ.Χ. :το χαρτί . Με τις κατακτήσεις των Μουσουλμάνων, η χρήση του χαρτιού εξαπλώθηκε από το Αλγέρι και το Μαρόκο στην Ισπανία, την Ιταλία το 1278 και στην Γαλλία το 1312.

Κατά τη μεσαιωνική εποχή στην Ευρώπη τα βιβλία εξακολούθησαν να αναπαράγονται χειρόγραφα, κυρίως σε μοναστήρια γι’ αυτό και ήταν ελάχιστα και πανάκριβα. Οι κατώτερες κοινωνικές τάξεις, οι δούλοι αλλά και οι άνθρωποι της υπαίθρου αποκλείονταν από τη γνώση , η οποία είχε μετατραπεί σε όπλο για τη διατήρηση τόσο της εκκλησιαστικής  όσο και της κοσμικής εξουσίας των φεουδαρχών. Κι ενώ οι ανθρώπινες   ψυχές βυθίζονταν  στα σκοτάδια και καιγόταν στην πυρά των Ιεροεξεταστών, η ανερχόμενη αστική τάξη αναζητούσε το πρότυπο του ανθρώπου που διαμορφώνει ο ίδιος τη μοίρα του και δεν αναλώνει όλη τη ζωή του  για τη σωτηρία ης ψυχής του. Τα αρχαιοελληνικά γράμματα είχαν τις απαντήσεις και μπόρεσαν να  φωτίσουν το έρεβος της αμάθειας και του φόβου. Η Αποκάλυψη θα έρθει κι αυτή τη φορά από έναν Ιωάννη, ένα Γερμανό αργυροχρυσοχόο. Αφού κατάφερε να φτιάξει κινητά μεταλλικά στοιχεία, οδήγησε τον κόσμο στην κοσμοϊστορική ανακάλυψη της τυπογραφίας, μια ανακάλυψη που δικαιολογημένα ο Louis XII θα χαρακτηρίσει περισσότερο θεία, παρά ανθρώπινη.

Ο Ιωάννης Γουτεμβέργιος μετά από τις πρώτες απόπειρες να τυπώσει μια γερμανική ποιητική συλλογή,  σίγουρα θα βρέθηκε αντιμέτωπος με το ερώτημα ποιο θα είναι το πρώτο τυπωμένο βιβλίο  της Ευρώπης. Η απόφασή του να τυπώσει τη Βίβλο, το 1445, μπορεί να μας φαίνεται οπισθοδρομική ή αναμενόμενη, στην πραγματικότητα όμως υπήρξε εξαιρετικά ανατρεπτική, αφού έδωσε την ευκαιρία στους πιστούς να συγκρίνουν το αυθεντικό θρησκευτικό κείμενο με τα παραποιημένα κηρύγματα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Το αριστούργημα αυτό του Γουτεμβέργιου, έμεινε στην ιστορία ως η Βίβλος των 42 στίχων, επειδή οι περισσότερες σελίδες της έχουν 42 στίχους. Αποτελείται από 1280 σελίδες , βιβλιοδετημένες σε δύο τόμους. Μέσα σε περίπου πέντε χρόνια τυπώθηκαν συνολικά 150 αντίτυπα, 120 σε χαρτί και 30 σε περγαμηνή, και αποτελεί το εξαιρετικότερο δείγμα τυπογραφίας όλων των εποχών.

Ωστόσο, η διακίνηση Γραφών και άλλων βιβλίων πήρε διαστάσεις μόνο ύστερα από λίγα χρόνια, όταν ο Άντον Κόμπεργκερ, άνοιξε στη Νυρεμβέργη, το 1470, το πρώτο τυπογραφείο. Η εξασφάλιση χειρογράφων βέβαια, με σκοπό να τυπωθούν δεν ήταν εύκολη υπόθεση αφού τα μοναστήρια, δάνειζαν κάποια μόνο για λίγο, αν τα δάνειζαν καν. Αρχικά η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία εκθείασε τη νέα εφεύρεση καθώς πίστευε πως τα βιβλία θα παραμείνουν  στα χέρια της άρχουσας τάξης, ως ένα ακόμη εργαλείο για την επιβολή της εξουσίας της. Σε λιγότερο από μια δεκαετία όμως, αλφαβητάρια, γραμματικές, έπη, θρησκευτικά και φιλοσοφικά κείμενα τυπώνονταν σε χιλιάδες αντίτυπα. Πολύς κόσμος μάθαινε γραφή και ανάγνωση και η αριστοκρατία έπαψε να μονοπωλεί τη γνώση. Η άρχουσα τάξη, το εκκλησιαστικό και πολιτικό κατεστημένο της εποχής αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη απειλή στην ιστορία τους. Παρά τους διωγμούς όμως που εξαπολύουν εναντίον των τυπογράφων, τα ποτάμια από μελάνι γιγαντώνονται και ενώνουν τους λαούς με ένα αίτημα: Αναγέννηση. Μέχρι το 1500 υπήρχαν τυπογραφεία σε 200 τουλάχιστον πόλεις και είχαν τυπωθεί 30.000 περίπου συγγράμματα. Η σκέψη της Ευρώπης άρχισε να συνέρχεται από το λήθαργο, οι πληροφορίες διαδίδονταν μαζικά  και τέθηκαν οι βάσεις για χιλιάδες άλλες εφευρέσεις οι οποίες στηρίζονται στη συσσώρευση γνώσης. Τα τυπογραφεία εξέδωσαν κατά το 15ο αιώνα 30-35 χιλιάδες βιβλία και το 16ο αι. 150-200 χιλιάδες.

Κι αν το πρώτο ευρωπαϊκό βιβλίο είχε σκοπό να διδάξει το λόγο του Κυρίου στους πιστούς,  το πρώτο ελληνικό βιβλίο θα ανοίξει το δρόμο για τη μάθηση μιας από τις αρχαιότερες γλώσσες του κόσμου: της ελληνικής. Η «Επιτομή των οκτώ του λόγου μερών» τυπώνεται στο Μιλάνο, στο τυπογραφείο του Ιταλού Διονύσιου Παραβιτσίνι, τον Ιανουάριο του 1476. Πρόκειται για μια Γραμματική του Κωνσταντίνου Λάσκαρη, ο οποίος πίστευε πως η δυτική διανόηση έπρεπε να βασιστεί στην αρχαιοελληνική γραμματεία και απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό αποτελούσε η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Όταν ο Δούκας Φραντζέσκο Σφόρτσα, του αναθέτει τη μόρφωση της κόρης του Ιπολλύτης, ο Λάσκαρης συντάσσει για χάρη της τη γραμματική. Την επιμέλεια της εκτύπωσης αναλαμβάνει ο τυπογράφος Δημήτριος Δαμιλάς, ο οποίος θα επιμεληθεί και την πρώτη έκδοση από τα «Άπαντα» του Ομήρου, στη Φλωρεντία το 1488.

Η τουρκοκρατούμενη Ελλάδα θα αργήσει πολύ να παρακολουθήσει την εξέλιξη της τυπογραφίας. Η παραγωγή του ελληνικού βιβλίου στα δύσκολα αυτά χρόνια για το έθνος μας, πραγματοποιείται στη Βενετία, στη Βιέννη και στο Παρίσι. Μόλις το 1821,οι πρώτες επαναστατικές κυβερνήσεις και ο τυπογράφος Παύλος Πατρίκιος, θα οργανώσουν την ‘Τυπογραφία της Διοικήσεως» (που το 1862 θα μετονομαστεί σε Εθνικό Τυπογραφείο), για την έκδοση της «Εφημερίδας της Κυβερνήσεως», κυβερνητικών εγγράφων και διδακτικών βιβλίων. Μια σειρά από τυπογραφεία δημιουργούνται στην Καλαμάτα, στην Αθήνα, στην Ύδρα και το Μεσολόγγι με τη συνδρομή ευρωπαίων φιλελλήνων. Στο Μεσολόγγι μάλιστα, ο Δ. Μεσθενεύς τύπωσε για πρώτη φορά το 1825 τον «Εθνικό Ύμνο» του Διονυσίου Σολωμού, σε δύο γλώσσες: ελληνική και ιταλική.

Από τότε ως τις μέρες μας κύλησε άφθονο μελάνι για να καλύψει όλες τις πνευματικές αναζητήσεις του εικοστού αιώνα και να συστήσει στο κοινό πολιτικά, ιδεολογικά, καλλιτεχνικά και επιστημονικά συστήματα ιδεών. Με την αυγή της νέας χιλιετίας όμως και την εμφάνιση του ηλεκτρονικού βιβλίου, πυκνά σύννεφα μαζεύονται πάνω από τα τυπογραφικά εργαστήρια. Βρισκόμαστε σίγουρα σε μια μεταβατική περίοδο της ιστορίας του βιβλίου και δεν μπορούμε  να μην αναρωτιόμαστε για το μέλλον του. Όσο κι αν η εικόνα της μαμάς είναι συνδεδεμένη με ένα παραμύθι που μας διάβαζε λίγο πριν παραδοθούμε στον ύπνο, όσο κι αν  μυρωδιά του χαρτιού πλημμυρίζει τα μαθητικά και φοιτητικά μας χρόνια, όσο κι αν τα κεντημένα κάδρα στο σαλόνι απεικονίζουν αναγεννησιακές κοντέσσες που γέρνουν στην πολυθρόνα του κήπου αποκοιμισμένες, κρατώντας ένα βιβλίο στο στήθος τους ….το βιβλίο ετοιμάζεται για άλλη μια φορά στην ιστορία του για μια μεγάλη απόδραση. Ο σύγχρονος άνθρωπος που μάχεται με το λιγοστό χρόνο που του απομένει από την εργασία, έχει ανάγκη από μεγαλύτερες ταχύτητες στη μόρφωσή του. Ταχύτητες που το χαρτί δεν μπορεί να ακολουθήσει. Όχι όμως και το βιβλίο!!!

Shares 18

Leave a Reply