Η ΓΡΑΤΖΟΥΝΙΑ

Έφερε το ποτήρι στα χείλη του ψάχνοντας ανάμεσα σε όλα τα γυναικεία βλέμματα για να εντοπίσει το δικό της. Την τελευταία φορά που την είδε, ήταν κάπου στην Τσιμισκή , μπροστά σε μια βιτρίνα. Την χαιρέτησε αμήχανα, αντάλλαξαν δυο-τρεις τυπικές κουβέντες κι έπειτα σώπασαν. Ρούφηξε ο ένας την όψη του άλλου όπως ο δύτης το οξυγόνο, πριν την μεγάλη κατάδυση.

Ένα μήνα μετά ο Αλέξανδρος έχει ξεμείνει πάλι από ανάσα.

Η βαριά πόρτα της μπυραρίας άνοιξε και η μουσική  δραπέτευσε στο πεζοδρόμιο. Ένιωσε τις πρώτες ψιχάλες στο πρόσωπό του . Ο γκρίζος ουρανός βάραινε όπως και η καρδιά του. Επιτάχυνε το βήμα του για να  μην τον προλάβει η βροχή. Ένιωθε κουρασμένος  , όπως και κάθε βράδυ από τις ατέλειωτες υποχρεώσεις της ημέρας. Δουλειά , άγχος και προθεσμίες,  ρουτίνα, … Το μόνο που ήθελε ήταν  να πέσει στο κρεβάτι του φαρδύς-πλατύς και να κοιμηθεί.

Άφησε πίσω του τη ζέστη του μαγαζιού, γύρισε την πλάτη του στη θάλασσα κι άρχισε να ανηφορίζει στην πλατεία ενώ  το ψιλόβροχο του κρατούσε συντροφιά. Θυμήθηκε  την πρώτη φορά που  αντίκρυσε το καστανό της βλέμμα. Κάθε φορά που τα μάτια τους συναντιόταν αυτός αισθανόταν πως κάνει κάτι απαγορευμένο και βιαζόταν να καλύψει την απρέπειά του με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο ή με αδιάφορα σχόλια ή στρέφοντας το κεφάλι  του μακριά. Αν και στην αρχή βρίσκονταν πιο συχνά, δήθεν τυχαία, οι συναντήσεις τους άρχισαν να αραιώνουν  σταδιακά, κυρίως από όταν και οι δυο τους συνειδητοποίησαν πόσο απεγνωσμένα περίμεναν την επόμενη επαφή τους, πόσο ονειρεύονταν την ώρα που θα βρίσκονταν αντικρυστά. Πάντα αντικρυστά. Κι ανάμεσά τους ένας αδιαπέραστος τείχος από ενοχές γι’ αυτό που ένιωθαν. Μοιραία όλες οι γενναίες αποφάσεις τους να εξωτερικεύσουν τον πόθο, τα όνειρά τους και την ανάγκη που είχαν ο ένας για τον άλλο  βυθίζονταν στα λιμνάζοντα νερά της « εντιμότητος» και των «επιλογών».

Κοντοστάθηκε στο φανάρι ανάμεσα σε μονόχρωμες, χοροπηδηχτές ομπρέλες, διέσχισε τη διάβαση, περπάτησε λίγο ακόμη στην Εγνατία και περίμενε στη στάση ενός ταλαιπωρημένου λεωφορείου, που δεν άργησε να φανεί.

Οι ομπρέλες έκλεισαν.

Όπως έκλεισαν και τα χείλη τους, σε μια επίμονη προσπάθεια να μην μιλήσουν για τίποτα από ότι τους έκαιγε. Τι να έλεγαν; Ποτέ δεν άφησαν να εννοηθεί το παραμικρό . Άτολμοι και μουδιασμένοι υπέφεραν ο καθένας μόνος του. Μόνη παρηγοριά τους οι στιγμές  που αφήνονταν στα όνειρα, εκεί όπου όλα συμβαίνουν εύκολα, δίχως θυσίες και διλήμματα. Αρκεί να ζητήσεις κάτι και η σφαίρα της φαντασίας θα σπεύσει να στο προσφέρει απλόχερα δίχως επικρίσεις  και αναμονή.

Έτσι συνέχιζαν προσπαθώντας και οι δυο να αφιερωθούν στη ζωή που είχαν επιλέξει και στις σχέσεις που με τόσο κόπο είχαν στήσει. Θέλησαν να κλείσουν την πόρτα σε ότι ένιωθαν πως θα απειλούσε την ηρεμία και την ασφάλεια της καθημερινότητάς τους. Ύψωσαν  την απόσταση ανάμεσά τους σαν φράγμα κι έκλεισαν τα αυτιά τους να μην ακούν το χείμαρρο που πάλευε να απελευθερώσει  την ορμή του.

« Μάταιος κόπος», συλλογίστηκε μελαγχολικός καθώς ακούμπησε τον ώμο του στο αχνισμένο, υγρό παράθυρο και αφέθηκε στις σκέψεις του, με τον μονότονο ήχο του λεωφορείου να γεμίζει τα αυτιά του.  Η απουσία της τον έκαιγε κι ας μην είχε ποτέ την παρουσία της. Σε κάθε στιγμή του, καλή ή κακή,  την αποζητούσε για να την μοιραστεί μαζί της, ό,τι έβλεπε ή μάθαινε ήταν μισό χωρίς αυτή. Γέμιζε ασφυκτικά τη ζωή του με χαρές και λύπες αλλά πάντα έμενε ένα κενό. Προς τιμήν της…

Ο δρόμος του γυρισμού λιγόστευε και στένευε, με τα τείχη  της άνω πόλης να περνούν δίπλα τους. Σε μια στιγμή το λεωφορείο του σταμάτησε. Είχε διασταυρωθεί με ένα άλλο  και  δεν υπήρχε αρκετός χώρος για να περάσουν και τα δυο. Όπως κι οι ζωές των ανθρώπων που ταξιδεύουν σε σοκάκια στενά , γεμάτα πρέπει και μπορώ και αν και γιατί. Ο οδηγός έκανε λίγο πίσω φωνάζοντας στο συνάδελφό του να πάει στο πιο φαρδύ σημείο του δρόμου κι έτσι κατάφεραν να περάσουν ξυστά το ένα δίπλα στο άλλο , δίχως γρατζουνιά.

Δίχως άγγιγμα.

Το δάχτυλο του πάτησε το κουμπί της στάσης. Έχωσε τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν του κι άρχισε να βηματίζει γρήγορα στο πλακόστρωτο.  Γύρισε το κεφάλι του προς μια μεγάλη αψιδωτή πύλη που οδηγούσε στο αγαπημένο του κρυσφήγετο: ένα σανιδωτό  πλάτωμα με πανοραμική θέα στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Απ’ όταν ήταν φοιτητής συνήθιζε να χαζεύει  από ψηλά τα σπίτια που έλιωναν το περίγραμμά τους  μέσα στους δρόμους. Το μοναχικό του παγκάκι τον περίμενε. Περασμένες έντεκα πια, έκλεισε τα μάτια του και την  φαντάστηκε  κουλουριασμένη στο κρεβάτι της με τα μακριά της μαλλιά ριγμένα στο μαξιλάρι. Άραγε τον σκεφτόταν καθόλου; Της έλειπε; Ήξερε πόσο έλειπε σ’ εκείνον;

Ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα τον έκανε να γυρίσει το κεφάλι του. Την αισθάνθηκε να  κάθεται πλάι του και να ατενίζει τη θέα της πόλης. Ο ώμος της ακουμπούσε ελαφρά το δικό του. Γύρισε αργά προς το μέρος του, βύθισε τα μάτια της στα δικά του και του χαμογέλασε.

Όλα γύρω τους σίγησαν. Τα ρολόγια έλιωσαν κι ο ουρανός έσκυψε προστατευτικά  για να παραστεί στο μέγα μυστήριο της ζωής: μια γυναίκα  φιλούσε έναν άντρα…

Κάπου στην άλλη άκρη της πόλης εκείνη πεταγόταν  από ένα βαθύ και ολοζώντανο όνειρο. Πέταξε μακριά τα σκεπάσματα και πλησίασε στο παράθυρό της.

Η βροχή είχε σταματήσει.

 

Κείμενο: Αρετή Σολδάτου, Φιλόλογος

Επιμέλεια: Μαρία-Ανδρονίκη Τραυλού, Φιλόλογος/Γλωσσολόγος

Shares 2

Leave a Reply