Κάθε αναχώρηση είναι και μια επιστροφή

 

Ταξιδεύουμε μέσα από τα βιβλία, με τον νου και την καρδιά, λέξη, λέξη. Ταξιδεύουμε μέσα από τις μουσικές, με τη φαντασία και την ψυχή, νότα, νότα. Ταξιδεύουμε με το σώμα, μέσα από τόπους και πολιτισμούς. Χιλιόμετρο, χιλιόμετρο.

«Το ταξίδι είναι η μαμή της σκέψης. Λίγα μέρη προσφέρονται περισσότερο για εσωτερικές συζητήσεις, απ΄ ό, τι ένα αεροπλάνο, ένα τρένο, ή ένα πλοίο εν κινήσει. Υπάρχει μια σχεδόν ρομαντική σχέση μεταξύ αυτού που είναι μπροστά στα μάτια μας και των σκέψεων που μπορεί να έχουμε στο κεφάλι μας. Μεγάλες ιδέες απαιτούν κατά καιρούς μεγάλη θέα και απρόσκοπτη όραση, καινούριες ιδέες απαιτούν καινούρια μέρη. Εσωστρεφείς στοχασμοί που είναι έτοιμοι να πεθάνουν ξαναγεννιούνται με τη ροή του τοπίου. Η διάνοια μπορεί να διστάζει να σκεφτεί κατάλληλα όταν το μόνο που της ζητείται είναι να σκέφτεται. Μετά από ώρες ονειροπόλησης μέσα στο τρένο μπορεί να νιώθουμε ότι έχουμε επιστρέψει στον εαυτό μας- δηλαδή ότι βρισκόμαστε πάλι σε επαφή με τα συναισθήματά μας και τις ιδέες που είναι σημαντικές για μας. Δεν συναντάμε τον πραγματικό εαυτό μας αναγκαστικά στο σπίτι μας. Τα έπιπλα επιμένουν ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε επειδή δεν αλλάζουν εκείνα. Το περιβάλλον του σπιτιού μας, μας κρατάει δεμένους στο άτομο που είμαστε στην καθημερινή μας ζωή, που είναι διαφορετικό από το άτομο που είμαστε στην ουσία» γράφει ο Βρετανός συγγραφέας Alain de Botton (The art of travel).

Κάθε ταξίδι προϋποθέτει περιπέτεια, περιπλάνηση και αναζήτηση. Όλοι ζούμε ενταγμένοι στην κοινωνία φορώντας καθημερινά τα προσωπεία των ρόλων μας που μας περιορίζουν ασφυκτικά σε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε ή που οι άλλοι νομίζουν για μας. Το ταξίδι όμως είναι μια ρήξη με τον ίδιο μας τον εαυτό, μια απόδραση από την ενήλικη περσόνα προς την εποχή που ήμασταν παιδιά. Όταν περιβαλλόμασταν από καταστάσεις και πράγματα που δεν καταλαβαίναμε απολύτως: γλώσσες, άγνωστους ανθρώπους, ακατανόητες συμπεριφορές, αμφίσημες εκφράσεις.

Μέσα σε μια terra incognita  ανακαλύπτουμε εκτός από την ελευθερία της ανωνυμίας κι όλα εκείνα τα στοιχεία του εαυτού μας που σκούριαζαν. Παραδινόμαστε στην ανεμελιά και την πιο χαλαρή θεώρηση των πραγμάτων. Αναζητούμε τη δυσκολία, αφού βιώνουμε από πρώτο χέρι ένα είδος μοναχισμού εν κινήσει, όπου ζούμε πιο απλά, μόνο με τα απολύτως απαραίτητα, από τα αγαθά που μπορούμε να κουβαλήσουμε. Περιφερόμαστε σε κακόφημα, σκοτεινά δρομάκια και παραδινόμαστε σε απρόβλεπτες καταστάσεις. Χανόμαστε στο μετρό, χωρίς τηλέφωνο, μόνο και μόνο για να νιώσουμε τον φόβο. Άλλωστε σύμφωνα με τον Καμύ «αυτό που προσδίδει αξία στο ταξίδι είναι ο φόβος».

Ένας συγγραφέας που ταξίδεψε πολύ και μάλιστα έγραψε πλήθος ταξιδιωτικών κειμένων, ο Άλντους Χάξλεϊ, έτρεφε βαθύτατη δυσπιστία για τη μόδα του τουρισμού και τη φυλή των σύγχρονων ταξιδιωτών. «Ένας άνθρωπος μπορεί να περάσει όλη του τη ζωή σε τρένα και εστιατόρια και στο τέλος να μην ξέρει τίποτε για την ανθρωπότητα. Για να γνωρίζει κάποιος, πρέπει να είναι ταυτοχρόνως θεατής και ηθοποιός. Τα ταξίδια περιέχουν θεατρικότητα, επαναλήψεις και συχνά έμμονες ιδέες. Μετατρέπονται σε στοιχεία προσωπικής μυθολογίας και οι ταξιδιώτες μεταμφιέζονται σε ήρωες του εαυτού τους.

Από τον ομηρικό περίπλου του άνδρα που «…πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω…», ως το κορυφαίο έργο του δυτικού πολιτισμού, την Οδύσσεια του James Joyce, κάθε αναχώρηση είναι και μια επιστροφή, έστω και καθυστερημένη: είναι ο δύσκολος και οδυνηρά περιπετειώδης δρόμος της αυτογνωσίας. Εκείνο που συναρπάζει τον ταξιδιώτη δεν είναι τόσο οι παραστάσεις των ξένων τόπων αλλά ο ρυθμός μιας αέναης αναχώρησης και επιστροφής. Κάθε μεγάλο ταξίδι είναι μια ιστορία αγάπης: ερωτευόμαστε και βυθιζόμαστε στο ελκυστικό σκοτάδι που τόσο φόβο μας γεννά, μα και τόση λύτρωση από το εδώ και το τώρα, κι ας ξέρουμε βαθιά μέσα μας πως η Ιθάκη μας μπορεί και να αποδειχτεί φτωχή.

 «…Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.»

Στον αιώνα που ξετυλίγεται, οι μετακινήσεις των ανθρώπων θα παρακολουθούν τα μεγάλα ταξίδια της τεχνολογίας. Και αφού τα γεωγραφικά σύνορα έχουν πλέον ενοποιηθεί λίγο – πολύ, οι προορισμοί γίνονται πλέον φαντασιακοί και το ταξίδι διασχίζει το σύνολο του πολιτισμού. Μπορεί ο ταξιδευτής να μην περπατά πάνω στους δρόμους του μεταξιού, να μην χάνει το καραβάνι του μέσα στην αμμοθύελλα της ερήμου, μπορεί να μην αναζητά πλέον το Άγιο Ποτήριο, το Χρυσόμαλλο δέρας, ή τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και μέσα στις αποσκευές του να μην υπάρχει πυξίδα. Πάντα όμως θα «χάνεται» και θα «βρίσκεται» στη Λισσαβόνα του Πεσσόα, στη Χιλή της Αλιέντε, στο Λονδίνο της Γουλφ, στην Πράγα του Κάφκα, στη Βαρκελώνη του Μαρκές, στην Κωνσταντινούπολη της Κρίστι, στο Παρίσι του Σαρτρ, στο Μαρόκο, στη Νέα Υόρκη, στην Αλγερία, στην Αθήνα….. καθώς από την εποχή του Μελέαγρου ακόμη:

«όλοι ζούμε σε μια χώρα: τον κόσμο»

 

Κείμενο: Αρετή Σολδάτου, Φιλόλογος

Επιμέλεια: Μαρία-Ανδρονίκη Τραυλού, Φιλόλογος/Γλωσσολόγος

Shares 84

Leave a Reply