ΚΑΘΡΕΦΤΗ, ΚΑΘΡΕΦΤΑΚΙ ΜΟΥ…ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ;

 

Η Ελπίδα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Παλιότερα η εικόνα, της σούφρωνε παιχνιδιάρικα τα χείλη κάνοντας κάθε είδους γκριμάτσα. Άλλοτε έγερνε το κεφάλι με νάζι, κάποιες φορές σήκωνε το φρύδι ειρωνικά, κάποτε τραβούσε πίσω τα μαλλιά της όλο αυτοπεποίθηση. Τον τελευταίο καιρό όμως τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβαινε. Το είδωλό της παρέμενε σοβαρό, δίχως διάθεση για παιχνίδια και μιμήσεις. Την κοίταζε κατάματα, εξεταστικά και η Ελπίδα πολλές φορές ένιωθε πως δεν μπορούσε να αντέξει αυτήν την σχεδόν επικριτική ματιά και κατέβαζε το βλέμμα ή έστρεφε την προσοχή της σε κάτι συγκεκριμένο. Διόρθωνε το κραγιόν, καθάριζε κάποιον λεκέ από μάσκαρα, παρατηρούσε όλο απογοήτευση καμιά καινούρια ρυτίδα, τέντωνε το περίγραμμα του προσώπου της που χαλάρωνε. Κάθε μέρα που περνούσε έβλεπε και κάτι που δεν υπήρχε χτες. Μια καινούρια ρυτίδα εμφανιζόταν, μια παλιά βάθαινε, μια κηλίδα χρωμάτιζε με το γεροντικό της χρώμα τα μάγουλά της, το προφίλ της γινόταν αξιοθρήνητο, τα χείλη της μίκραιναν και στέγνωναν. Κάθε μέρα και μια νέα απογοήτευση. Ένα νέο σοκ.

Πώς γίνεται σ’ εμένα όλο αυτό;

Πότε μεγάλωσα τόσο;

Γιατί άφησα τον χρόνο έτσι να περάσει;

Όχι, όχι δεν μου συμβαίνει εμένα αυτό…εγώ είμαι φτιαγμένη για μεγάλα πράγματα.

Άλλαζε καθρέφτες, άλλαζε φωτισμό, άλλαζε την ώρα που θα κοιταζόταν στον καθρέφτη (ποτέ το πρωί!)…Σιγά- σιγά όμως οι λύσεις της τέλειωναν κι έτσι μουδιασμένη από απορία και άρνηση απέμενε να παρατηρεί και να συγκρίνει τον τωρινό εαυτό της με την παλιά της εικόνα κι αυτή η σύγκριση της γεννούσε απίστευτο θυμό. Θύμωνε στη θέα νεαρότερων γυναικών, αφού της υπενθύμιζαν με τον χειρότερο τρόπο τα δώρα της δικής της νιότης που ποτέ δεν εκτίμησε. Θύμωνε με συνομήλικές της που είχαν παραιτηθεί από χρόνια κι έμοιαζαν σαν παλιά, ξεφλουδισμένα κι άψυχα κτίρια που όλοι προσπερνούν. Δεν της πολυάρεσαν όμως ούτε και οι άλλες που έτρεχαν να ανορθώσουν ό,τι έπεφτε, να τεντώσουν ό,τι ζάρωνε, να φουσκώσουν ό,τι μίκραινε ή να μικρύνουν ό,τι φούσκωνε. Κυρίως όμως θύμωνε με τον ίδιο της τον εαυτό που επέτρεψε στα χρόνια να ξεγλιστρήσουν τόσο αθόρυβα μέσα από τα χέρια της και να την αφήσουν εγκαταλελειμμένη, αδύναμη να φτιάξει νέα όνειρα, ανίκανη να βρει καινούριο νόημα, ανέτοιμη να κατανοήσει πώς είναι να ζεις σαν …(ούτε να το προφέρει δεν ήθελε), σαν….μεσήλικας! Τι βάρβαρη λέξη! Έπινε καφέ με φίλες της όταν την ξεστόμισε για πρώτη φορά. Κεραυνός εν αιθρία!!!

– «΄Ωριμη γυναίκα», έσπευσαν να τη διορθώσουν.

– «Ρε Ελπίδα τι μούτρα είναι αυτά πάλι; Μήπως περνάς κατάθλιψη; Πρέπει να ξαναβρείς το γέλιο σου. Στο κάτω- κάτω τα έχεις όλα. Η δουλειά σου πάει καλά, ο άντρας σου σε φροντίζει, τα παιδιά σου μεγαλώνουν. Είσαι γερή, τι άλλο θες; Για σύνελθε σε παρακαλώ!», την συνέτισαν.

– «Μα τι στεναχωριέσαι βρε παιδί μου, η επιστήμη σήμερα κάνει θαύματα. Δεν είδες τη Σοφία τι φράπα μουτράκι έκανε; Χρήματα να έχεις και ποια μέση ηλικία και κουραφέξαλα μου συζητάς…καλύτερα κι από εικοσάχρονη μπορείς να γίνεις», την παρηγόρησαν.

– «Να βρεις χόμπι, πολλά χόμπι για να μην σου περισσεύει χρόνος να το σκέφτεσαι. Και θα σου περάσει.», την καθοδήγησαν.

– «Όχι εγώ δεν περνάω κρίση μέσης ηλικίας, νιώθω καλύτερα από ποτέ», την γέμισαν ενοχές.

Μια άλλη φίλη της πάλι, της είπε να μην το πολυσκέφτεται. Η λύση είναι μία και αλάνθαστη. Ένας νέος εραστής θα την έκανε να τα ξεχάσει όλα.

– «…και όσο μικρότερος, τόσο το καλύτερο…»

Η μαμά της πάλι γεμάτη ανησυχία και θλίψη, της είπε πως όλη αυτή η κακή της διάθεση είναι στενά συνυφασμένη με το σκοτεινό τέρας που επισκέπτεται κάθε γυναίκα στη δεκαετία των σαράντα προς πενήντα: την εμμηνόπαυση.

– «Τι να κάνεις παιδί μου; Όλες τα περάσαμε. Θυμάμαι που είχα κάτι φοβερές κρίσεις μελαγχολίας. Άσε τις εξάψεις που δεν ήξερα τι μου έφταιγε. Νεύρα και φοβίες. Δεν θυμάσαι που τότε ξεκίνησα τα αντικαταθλιπτικά;»

Και κάπως έτσι, μέσα από ατέλειωτες συζητήσεις και συμβουλές, η Ελπίδα άρχισε το παζάρεμα με τον ίδιο τον χρόνο. Έβαλε τον εαυτό της κάτω και έκανε τις συμφωνίες της.

Πάρε βιταμίνες για να μην κουράζεσαι.

Μην ξαναφάς για να έχεις νεανική σιλουέτα.

Κρύψε την άποψή σου και χαζογέλα. Ποιος νοιάζεται για φιλοσοφίες; Αυτές μόνο την ηλικία σου αποκαλύπτουν. Πες ανέκδοτα.

Κοίτα συνεχώς το κινητό σου, ανέβαζε φωτογραφίες σου (εννοείται με φίλτρα).

Φόρα ό,τι φορούν οι εικοσάχρονες.

Γίνε φίλη με τις κόρες σου και απαγόρευσέ τους να σε φωνάζουν μαμά.

Πήγαινε γυμναστήριο. Πολλές ώρες.

Σύχναζε σε πιο νεανικά στέκια, άκου ό,τι ακούν, κάνε ό,τι κάνουν.

Ξόδεψε όλα σου τα χρήματα σε κρέμες και αντιγηραντικές θεραπείες…

Με θρησκευτική σχεδόν προσήλωση και μανία ξεψάχνιζε όλα τα περιοδικά για τα θαύματα που κάνει η πλαστική χειρουργική στην ανόρθωση, τη σύσφιξη, την εξαφάνιση του γήρατος! Εξέταζε προσεκτικά όποια γυναίκα ήξερε πως έχει κάνει επεμβάσεις για να δει αν φαίνεται φυσικό το αποτέλεσμα, αν όντως μειώνεται η ηλικία, ρωτούσε τιμές κι έκανε υπολογισμούς, τρόμαζε και με τις παρενέργειες…

Κανένα μαγικό ματζούνι όμως δεν στάθηκε ικανό να φωτίσει το πρόσωπό της. Έδειχνε πιο σκοτεινή, κουρασμένη, επιθετική. Η εικόνα της, αντί να βελτιώνεται χειροτέρευε, τίποτα δεν ήταν όπως έπρεπε, τίποτα δεν την ικανοποιούσε και κυρίως: δεν σταματούσε να μεγαλώνει. Ο καθρέφτης της, αρνιόνταν να της χαμογελάσει. Ίσα- ίσα που γινόταν ολοένα και πιο σκυθρωπός, πιο προβληματισμένος. Πιο καταθλιπτικός. Έκλαιγε με το παραμικρό, θύμωνε με όλους και με όλα και ζήλευε φρικτά όποιον φαινόταν να περνάει καλά. Φοβόταν.

«Μήπως αλήθεια είμαι καταθλιπτική, ψυχωσική, διπολική, εμμονική κι άλλα τέτοια …-ική;» αναρωτήθηκε.

Όλα τα «επίσημα» αναγνώσματα κατέληγαν πως γενεσιουργός αιτία της σύγχυσης και της μελαγχολίας που ένιωθε είναι η μέση ηλικία. Η μέση ηλικία. Πολλές βραδιές την ονειρευόταν σαν ένα άπληστο, μαύρο, πλαδαρό και τεράστιο ερπετό που την κυνηγούσε, τυλιγόταν γύρω της και την έσφιγγε κι εκείνη ήθελε να φωνάξει, αλλά το σακουλιασμένο της πρόσωπο δεν υπάκουε. Τα μάγουλά της είχαν κρεμάσει τόσο πολύ από τις ρυτίδες που της έφραζαν το στόμα. Και το ερπετό την έσφιγγε και την έσφιγγε. Άνοιγε το τεράστιο στόμα του και την κατάπινε. Έβλεπε τον εαυτό της να γλιστράει μέσα από τον λαιμό του και να πέφτει στην κοιλιά του, που ήταν γεμάτη αηδιαστικά και δύσοσμα υγρά.

Συμμετείχε και σε σεμινάρια αυτοβοήθειας, αναζήτησε και ψυχολογική υποστήριξη, άκουσε και τη θεωρία του εσωτερικού παιδιού.

-«Καλό θα ήταν να φροντίσεις και να αγκαλιάσεις τον εαυτό σου. Να έρθεις σε επαφή με το εσωτερικό σου παιδί και να γίνεις η μαμά της Ελπίδας. Μην ανησυχείς και δώσε χρόνο στον εαυτό σου για να βιώσει τις αλλαγές της μέσης ηλικίας. Το παρελθόν δεν μπορεί να αλλάξει, μπορεί όμως να αλλάξει το μέλλον».

Άφησε τις έννοιες απώλεια, παιδί, αλλαγή, αποδοχή, να κυλήσουν μέσα της. Κοίταξε όλες τις παλιές της φωτογραφίες, αναπόλησε, θυμήθηκε, ένιωσε, έκλαψε…και καθώς ξετύλιγε το κουβάρι της ψυχής της έπεσε πάνω σε αναμνηστικά από το δημοτικό και συλλογές από χαρτιά αλληλογραφίας και τα σχολικά της βιβλία. Τα δάχτυλά της ξεφύλλισαν μια συλλογή από ποιήματα που συνήθιζε να αντιγράφει, κάτι σαν λεύκωμα με τα αγαπημένα της στιχάκια.

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου

Είναι πληγή από φριχτό μαχαίρι.

Δεν έχω εγκαρτέρηση καμιά.

Εις σε προστρέχω Τέχνη της ποιήσεως,

Που κάπως ξέρεις από φάρμακα.

Νάρκης του άλγους δοκιμές,…

Όλα άρχιζαν να μπαίνουν στη θέση τους. Δεν ήταν τρελή, υπερευαίσθητη, αχάριστη, αφύσικη. Ήταν φοβισμένη. Αγχώθηκε τόσο πολύ μήπως χάσει τη νιότη της, που τελικά άφησε να περάσει η τωρινή της ηλικία δίχως να τη χαρεί. Όλον αυτόν τον καιρό δοκίμαζε να ναρκώσει τον πόνο και τον φόβο που της γεννούσε η αλλαγή. Βαθιά μέσα της ήξερε πως καμιά ιατρική επέμβαση δεν θα ήταν τόσο φυσική όσο η φυσική εξέλιξη και καμιά θεραπεία δεν θα σταματούσε τον χρόνο. Απλά δεν ήταν έτοιμη. Κανένα χάπι δεν θα την έκανε χαρούμενη, γιατί η χαρά είναι συνισταμένη πολλών παραγόντων και απόρροια μιας εσωτερικής πορείας. Ο καθένας δίνει τη μάχη του με τα όπλα που διαθέτει. Η Ελπίδα όμως δεν είχε επισκεφθεί το δικό της οπλοστάσιο, απλά έκανε βόλτες στις αποθήκες των άλλων ανθρώπων. Δεν είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Καμία εμμηνόπαυση δεν θα της στερούσε τη θηλυκότητά της και κανένας εραστής δεν θα την έκανε να νιώθει ισορροπημένη και επιθυμητή. Δεν ήξερε την αξία της.

Άφησε το λεύκωμα να κυλήσει απ΄ τα χέρια της και κατευθύνθηκε στο μπάνιο της. Μετά από πολύ καιρό ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Όμως τώρα δεν περίμενε από τον καθρέφτη να της δείξει ποια ήταν. Δεν προσποιήθηκε καμιά γκριμάτσα γιατί μπορούσε να κοιτάξει το πρόσωπό της με ειλικρίνεια. Δεν θα χαζογελούσε γιατί δεν της ταίριαζε. Κι αν οι περισσότεροι με τον όρο παιδί εννοούν κάτι χαζοχαρούμενο και απροβλημάτιστο, η Ελπίδα ήξερε πως κανένα παιδί δεν είναι έτσι. Το δικό της εσωτερικό παιδί ήταν αυθόρμητο, ειλικρινές, επαναστατικό, θαρραλέο και αντισυμβατικό. Δεν επέτρεπε στους άλλους να του υποδείξουν πώς θα ζήσει, αλλά χάραζε τον δικό του δρόμο, με όποιο τίμημα. Κι αν κάτι είχε χάσει στο μεγάλωμά της, δεν ήταν η δροσιά και η ομορφιά, αλλά ακριβώς αυτός ο αντικομφορμισμός της.

Μεγάλωνε και μπροστά της ανοίγονταν νέες προοπτικές, νέες περιπέτειες. Είχε να δώσει ακόμα πολλές μάχες, υπήρχαν μέρη που δεν είχε πάει, εμπειρίες που δεν είχε γευτεί, λέξεις που δεν είχε πει, χτύπους που δεν είχε αφουγκραστεί, ανθρώπους που δεν είχε αγκαλιάσει. Μεγάλωνε και μπορούσε να κοιτάξει τον καθρέφτη της κατάματα. Και να γελάσει. Δυνατά. Αυθόρμητα. Επαναστατικά. Αγνά. Σαν παιδί.

 

Κείμενο: Αρετή Σολδάτου, Φιλόλογος

Επιμέλεια: Μαρία- Ανδρονίκη Τραυλού, Φιλόλογος/Γλωσσολόγος

Shares 32

Leave a Reply