Μην το πεις πουθενά

Μην το πεις πουθενά, αλλά πλέον τα βράδια άρχισα να το νιώθω. Άρχισα να κοιτάζω και να βλέπω δίπλα μου και γύρω μου, μόνο τοίχοι υπάρχουν μαζί με ένα τασάκι. Και πάντα είναι γεμάτο τις πρωινές ώρες, εκείνες τις ώρες που άλλοι ξυπνούν και ξεκινούν την ημέρα τους, τότε είναι που νιώθω τη δική μου να τελειώνει.

Μην το πεις πουθενά, αλλά μόνο οι δυο μας μείναμε. Αυτό που κορόιδευες και ταυτόχρονα φοβόσουν συνέβη, το έπαθες. Μαζί γεμίζουμε το τασάκι και αδειάζουμε το μπουκάλι, μαζί χαζεύουμε τους γύρω να ζουν κι όχι να υπάρχουν. Σου ξύνω την πληγή και αισθάνεσαι άβολα το ξέρω, αλλά δεν με νοιάζει γιατί ούτε κι εσένα σε νοιάζει.

Μην το πεις πουθενά, αλλά άρχισα να κουράζομαι. Άρχισα να εκνευρίζομαι, άρχισα να μπουχτίζω, άρχισα να μην περνάω καλά, άρχισα να σκέφτομαι περισσότερο από ότι πρέπει, άρχισα να εγκαταλείπω. Κι εσύ δεν κάνεις τίποτα να με βοηθήσεις όπως δεν έκανες ποτέ. Γιατί ποτέ δεν πίστευες ότι θα με είχες για πάντα μαζί σου αν και το ήξερες.

Μην το πεις πουθενά, αλλά όλοι είχαν δίκιο. Θυμάσαι ποιους λέω, τους ξέχασες για πάντα κι όμως ακόμη μέσα στο μυαλό σου κάνουν βόλτες σαν να μην έφυγαν ποτέ. Γιατί όντως ποτέ δεν έφυγαν από δίπλα σου παρά μόνο από κοντά σου κι όσο κι αν παρίστανες τον ασυγκίνητο, έκλαψες και το ξέρω. Το ξέρω επειδή το είδα. Και έκανα το ίδιο.

Μην το πεις πουθενά, αλλά δεν θυμάσαι πώς είναι να αισθάνεσαι, αυτό το καταλαβαίνω. Το καταλαβαίνω επειδή θυμάμαι να αισθάνομαι, θυμάμαι να νιώθω κι όχι απλώς θυμάμαι αλλά το κάνω. Εσύ δεν το κάνεις κι ας έχεις χάσει από αυτό. Κι ας έχεις μόνο εμένα να σου μυρμηγκιάζω το μυαλό.

Μην το πεις πουθενά, αλλά κι αν σου έλεγα να το πεις όπου θέλεις ξέρω πως και πάλι πουθενά δεν θα το έλεγες. Δεν έχεις κανέναν να το πεις, πέρα από εμένα. Και να μου πεις κάτι που σου έχω πει ήδη δεν θα ήταν λογικό. Τα πάντα τα μετρούσες με τη λογική, ολόκληρη ζωή κύλησε με αυτόν τον τιτάνιο παράγοντα να σου επηρεάζει τη ζωή. Και τώρα μιλάω εγώ κι εσύ ακούς. Οπότε δεν έδωσες και πολύ μεγάλη σημασία έμπρακτα στη λογική. Απλά μιλούσες και ακολουθούσες τον εαυτό σου.

Κι εμένα, που δεν ξέρεις αν υπάρχω κι όμως εδώ είμαι. Το τασάκι γέμισε και το μπουκάλι άδειασε, μείναμε να κοιτάμε αγνώστους και να θυμόμαστε γνωστούς, να μην νιώθουμε κι απλά να προσπερνάμε.

Μην το πεις πουθενά, αλλά ντρέπομαι γι’ αυτό.

Το ίδιο κι εσύ.

Κείμενο: Απόστολος Σαμακοβλής, Αρθρογράφος

Επιμέλεια: Μαρία-Ανδρονίκη Τραυλού, Φιλόλογος/Γλωσσολόγος

Shares 16

Leave a Reply