Οι γιορτές που ξεχάσαμε.

Καθώς το φθινόπωρο ξεγλιστράει δανείζοντας τα χρώματά του στο χειμώνα, πιάνω τον εαυτό μου να τρέμει στην ιδέα των μουντών ημερών που μας περιμένουν. Όλη η εβδομάδα αδιάφορη κι αγχωτική, με το βλέμμα καρφωμένο στο πολυπόθητο Σαββατοκύριακο, για να πιούμε ένα ποτάκι, να δούμε τους φίλους μας και να φάμε ένα ωραίο κυριακάτικο φαγάκι. Συνηθίσαμε να στραγγίζουμε την καθημερινότητά μας από κάθε χαρά, να αποφεύγουμε την ανθρώπινη επικοινωνία με δικαιολογία τις δουλειές μας και να βουλιάζουμε στους απρόσωπους γωνιακούς καναπέδες μας. Ακόμα και τις γιορτές τις μεταθέτουμε στο Σαββατοκύριακο ελπίζοντας πως θα ξεχαστούν. Δεν γιορτάζουμε γενέθλια και γιορτές αν πέφτουν καθημερινή, γιατί όλοι δουλεύουμε,γιατί τα σπίτια μένουν κλειστά στα ξένα βλέμματα, γιατί το πορτοφόλι μας δεν αντέχει, γιατί έχουμε πρωινό ξύπνημα, γιατί δε βρίσκουμε νόημα στο να γιορτάζουμε.

Τα πράγματα όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Ακόμα θυμάμαι σπίτια ολάνοιχτα, με αναμμένα όλα τους τα φώτα σαν να κάνουν σινιάλο στους επίδοξους επισκέπτες τους, ότι είναι ευπρόσδεκτοι. Μέρες καθημερινές ,τα στενά δρομάκια της μικρής μου πόλης γέμιζαν κόσμο ντυμένο με τα καλά τους κι ένα δώρο σφιχταγκαλιασμένο, αψηφώντας την κούραση και τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις. Προτεραιότητα είχαν οι υποχρεώσεις απέναντι στο συνάνθρωπο, γείτονα ή φίλο ή συνεργάτη. Οι προετοιμασίες ξεκινούσαν μέρες πριν. Το σπίτι έπρεπε να καθαριστεί εξονυχιστικά, τα καλύτερα εργόχειρα στόλιζαν τα καλογυαλισμένα έπιπλα, τα σερβίτσια αποκαθηλώνονταν από τις βιτρίνες. Μυρωδιά χλωρίνης, overlay και merito γέμιζε τα ρουθούνια μας και κυνηγούσαμε την ακαταστασία με ιερή προσήλωση. Η οικοδέσποινα είχε ήδη διαλέξει τα ρούχα της και είχε καταστρώσει το μενού: βελούδινα πουκάμισα, σατέν φούστες και πέρλες ανακατεμένα με αρνάκι στο φούρνο και κόκκινο κρασί. Ολόκληρες λαμαρίνες φούρνου με γλυκά στρώνονταν σε ντουλάπια,αποθήκες,πατώματα ακόμα και στα κρεβάτια μας.

Κι όταν ξημέρωνε η γιορτή, όλη η οικογένεια βρισκόταν κάτω από τις ηχηρές διαταγές της μαμάς. Από το μεσημέρι και μετά κατέφταναν γιαγιάδες και θείες και κατασκήνωναν στην κουζίνα προς αρωγή της νοικοκυράς στο δύσκολο έργο της. Ακριβά σοκολατάκια κυλούσαν μέσα σε φοντανιέρες, τα ανθοδοχεία βάραιναν από πολύχρωμα τριαντάφυλλα κι οι ξηροί καρποί έμπαιναν τελευταίοι στα κρύσταλλα “ για να μη μαλακώσουν”. Το τηλέφωνο κουδούνιζε ασταμάτητα και μπλεκόταν με τα γέλια και τα πιπεράτα κουτσομπολιά των γυναικών. Κατά το απογευματάκι ο εορτάζων καθόταν σε περίοπτη θέση στο σαλόνι, ενώ οι πρώτοι καλεσμένοι κατέφταναν, συνήθως για ένα μισάωρο αφού “είχαν κι αλλού να πάνε”. Η περιποίησή τους μια ιεροτελεστία: 5 λεπτά μετά την άφιξή τους σοκολατάκι- ποτό – γλυκό Όποιος δεν το ήθελε το έπαιρνε τυλιγμένο στο αλουμινόχαρτο. Κι εμείς τα πιτσιρίκια, μπουκωμένα στα δωμάτιά μας να κρυφοχαζεύουμε τους βαρετούς μεγάλους που έπιναν ουίσκι που βρωμούσε, τα κραγιόν που παραδίνονταν στη ζάχαρη άχνη, στο σιρόπι και στη σοκολάτα , ενώ το κοκαλωμένο από τη λακ μαλλί πάσχιζε να κρατήσει τα προσχήματα. Το κουδούνι της εξώπορτας χτυπούσε ασταμάτητα, ο ήχος των τακουνιών πάνω στα μάρμαρα έσπαγε την αμηχανία, γέλια και φωνές, ελαφρώς πολιτική συζήτηση , ανταλλαγές συνταγών. Άνθρωποι συνωστίζονταν στο σαλόνι και στην τραπεζαρία ενώ τα δώρα στοιβάζονταν στην κονσόλα του χωλ με το μεγάλο καθρέφτη. Το γλέντι κρατούσε μέχρι να φύγει κι τελευταίος καλεσμένος. Σειρά τότε είχε η τελευταία πράξη της εορταστικής φιέστας: το άνοιγμα των δώρων. Λίστα με το τι έφερε ο καθένας για “ να ξέρουμε την υποχρέωσή μας απέναντι στον άνθρωπο…” Ήταν κι αυτός ένας τρόπος να πούμε ευχαριστώ.

Κι όλα αυτά συνέβαιναν σ’ εκείνες τις ανυποψίαστες Δευτέρες, Τρίτες, Τετάρτες,Πέμπτες και Παρασκευές του ‘80. Αγίου Νικολάου, Αγίου Σπυρίδωνα, Χριστούγεννα ,Πρωτοχρονιά και Φώτων,Αγίου Κωνσταντίνου, Αγίου Γεωργίου και Αγίου Αλεξάνδρου…

Κείμενο: Αρετή Σολδάτου, Φιλόλογος

Επιμέλεια: Αλεξάνδρα Γεωργίου

Shares 34

Leave a Reply