Περίμενε με – Η Ζωή του Νικ

 

 

Όλοι έχουν έναν αγαπημένο ήρωα. Όλοι όσοι ταξιδεύουν στο μη πραγματικό κόσμο και ταυτίζονται με ιστορίες που περιγράφονται σε βιβλία, μεταφέρονται σε σειρές και προβάλλονται σε ταινίες.

Συνήθως οι αγαπημένοι μας ήρωες είναι αυτό που δεν είμαστε εμείς.

Έχω γνωστούς που ταυτίζονται με υπερανθρώπους επειδή οι ίδιοι είναι ανίκανοι να προστατεύσουν τον εαυτό τους από τη ζωή. Έχω παλιούς γνώριμους και πλέον αγνώστους που ταυτίζονται με τους κακούς χαρακτήρες επειδή οι ίδιοι είναι σκατάνθρωποι.

Έχω φίλους που δεν ταυτίζονται με κανέναν επειδή δεν νοιάζονται να ταυτιστούν, περνάν τόσο καλά στην πραγματική τους ζωή.

Έχω έναν αγαπημένο ήρωα, δεν έχει ιδιότητα αλλά ούτε και όνομα. Έχει ένα όνομα όποτε τον βάζω σε μια δική μου ιστορία.

Ο αγαπημένος μου χαρακτήρας που μεταμορφώνω σε ήρωα είναι ο διπλανός μου. Είναι ο άνθρωπος που κάθε μέρα τον βλέπω και τον ξέρω πολλά χρόνια, ξέρω τόσο τη ζωή του όσο να μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος δε ζει, επιβιώνει από καθαρή τύχη και υπάρχει από ανάγκη.

Ανάγκη των άλλων ανθρώπων που έχει κοντά του. Ανάγκη δική μου που τον ξέρω και τον θυμάμαι κάπου – κάπου.

Το συγκεκριμένο άνθρωπο – χαρακτήρα – ήρωα τον είχα πρωταγωνιστή σε μια παλιότερη ιστορία. Μια αιματοβαμμένη ιστορία, βγαλμένη από τα χρόνια του πολέμου και βαπτισμένη με την τελική πράξη του, την εκδίκηση.

Τον είχα ονομάσει Νικ, τον είχα βάλει να σκοτώσει έναν άνθρωπο και τον είχα καθίσει σε μια ηλεκτρική καρέκλα. Κάπου είχα και το link. Α, ναι.

Το παρακάτω είναι:

Εκεί ο Νικ σταμάτησε να υπάρχει. Θεωρητικά και πρακτικά, έτσι νόμιζα.

Όμως πέρασε αρκετός καιρός για να καταλάβω πως ο Νικ δεν είχε πει όλα όσα ήθελε να πει. Πολλές φορές τον άκουγα να μου φωνάζει, δεν του έδινα σημασία.

«Σε έψησα και η αδερφή σου που άφησες μόνη στον κόσμο σε έθαψε, παράτα με» του ‘λεγα όμως ο Νικ εκεί, να με σκαλίζει.

Μετά από πολλά παρακάλια και πολλές φωνές στο κεφάλι μου, υποχώρησα. Θα τον αφήσω να μου πει μια ακόμη ιστορία. Μάλλον, θα με αφήσει να πω μια ακόμη ιστορία του.

Αυτή τη φορά ο Νικ μεταφέρεται στα χρόνια που ζούμε τώρα. Τέρμα πια ο πόλεμος, τέρμα οι δολοφονίες χωρικών από Ναζί και τέρμα και η εκδίκηση του. Τώρα ο Νικ θα με μεταφέρει στον κόσμο τον σημερινό και τον πιο ανηλεή πόλεμο που έχουμε βιώσει ποτέ.

Ξυπνητήρι στις έξι το πρωί. Αυτός ο κωλοήχος που σου τρυπάει το κεφάλι, ό,τι μελωδία και να επιλέξεις για πρώτο χτύπο της ημέρας. Το αγαπημένο σου τραγούδι να βάλεις για ήχο ξυπνητηριού, θα το σιχαθείς σε μια εβδομάδα. Λιγότερο, αν σου αλλάξουν το πρόγραμμα στη δουλειά. Ενώ έχετε συμφωνήσει για συγκεκριμένο πρόγραμμα, τη συγκεκριμένη εβδομάδα.

Ο Νικ άνοιξε τα μάτια του και με το ένα χέρι έκλεισε το κινητό. Το κακό πλέον με τα ξυπνητήρια είναι ότι δεν μπορείς να τα πετάξεις στον τοίχο. Να σπάσουν και να γίνουν χίλια κομμάτια. Γύρισε να δει την Άννα η οποία κοιμόταν ακόμη του καλού καιρού. Το σκοτάδι κάλυπτε το πρόσωπο της, ο Νικ όμως παρατήρησε ότι ήταν ακόμη βαμμένη έντονα.

«Λογικά θα σχόλασε αργά, πριν από καμιά ώρα και θα έπεσε για ύπνο, κατάκοπη» σκέφτηκε.

Ναι, θα ήθελα να του πω. Έτσι είναι θα ήθελα να του φωνάξω, ψιθυριστά όμως. Μην ξυπνήσουμε την Άννα.

Σηκώθηκε και έπιασε τα ρούχα του. Η ανασφάλεια τού χτυπούσε την πόρτα κάθε φορά, ευτυχώς που χρησίμευσε και σε κάτι η καρέκλα γραφείου της Άννας και τα έφτασε με τη μία να τα πάρει για έναν περίπατο στο σπίτι.

Προχώρησε στην κουζίνα και έβαλε καφέ να βράζει. Επέστρεψε στο δωμάτιο ενώ προσπαθούσε να πνίξει τον ήχο του τέταρτου συνεχόμενου χασμουρητού. Έβαλε πρώτα το παντελόνι και πήρε το πουκάμισο στο μπάνιο. Βουρτσίζοντας τα δόντια του, κοίταξε από τον καθρέφτη την γυναίκα του.

Συνέχιζε να κοιμάται, αλλά η στάση της άλλαξε και φανέρωσε τα ρούχα που φορούσε το προηγούμενο βράδυ όταν έφυγε για δουλειά. Τα φορούσε ακόμη.

«Τόσο κουρασμένη γύρισε, λογικά θα είχε κάνα από αυτά τα πάρτι που μαζεύονται τα λιγούρια και το παίζουν γαμιάδες» μουρμούρισε μπουκωμένος ο Νικ με οδοντόκρεμα. Έφτυσε με σιχαμάρα στο νιπτήρα και φόρεσε το πουκάμισο του.

Περπάτησε πάλι προς την κουζίνα και έβαλε καφέ. Χωρίς ζάχαρη, σκέτο. Να τον κρατήσει όλη τη μέρα, έτσι έλεγε. Να του φορτώσει από τις επτά το πρωί τα νεύρα. Λες και χρειαζόταν τον καφέ.

Το φως άρχισε να μπαίνει από τα παράθυρα. Ο χρόνος περνά πάντα γρήγορα τις πρωινές ώρες. Σκέφτηκε ότι μόλις πριν από δυο λεπτά άνοιξε τα μάτια του και είδε δίπλα του την Άννα.

Πήρε την τσάντα του με τα πολύτιμα χαρτιά του μέσα,  βούτηξε και το σακάκι του και πριν ανοίξει την εξώπορτα στάθηκε και κοίταξε το δωμάτιο τους. Ευτυχώς που επέμενε ο ίδιος για αυτή την γκαρσονιέρα, ούτε πολλά δωμάτια, ούτε πολλά έπιπλα αλλά ούτε και θόρυβος όταν ήθελες να πας κλεφτά στη γυναίκα της ζωής σου και να της δώσεις ένα φιλί στο μάγουλο ενώ αυτή κοιμάται.

«Μίνιμαλ ρε μαλάκα μου, μίνιμαλ» σκέφτηκε και ακροπατώντας πλησίασε την Άννα και της έδωσε ένα υγρό φιλί στο αριστερό της μάγουλο.

«Περίμενε με, δε θα αργήσω. Πολύ» της ψιθύρισε.

Φόρεσε τα παπούτσια όπως – όπως και έκλεισε αθόρυβα την εξώπορτα. Το ασανσέρ έκλεινε τις πόρτες του με το που βγήκε στον προθάλαμο. Είδε τον ένοικο του διπλανού διαμερίσματος για λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου να του χαμογελά με ειρωνεία.

«Περίμενε με, πάω κάτω» του φώναξε αλλά στο πρώτο βήμα είδα τα φώτα να κατεβαίνουν.

«Πουτάνας γιε, και λίγα σου κάνει η καριόλα σου» μουρμούριζε ενώ κατέβαινε με τις σκάλες. Αν και έμενε στον δεύτερο όροφο, προτιμούσε να παίρνει το ασανσέρ κάθε πρωί. Προτιμούσε να παίρνει το ασανσέρ για να κοιταχτεί στον καθρέφτη του για τελευταία φορά πριν φύγει για το γραφείο.

Ήθελε να επιβεβαιώσει την εικόνα του πριν βγει στο δρόμο. Δεν ήταν και κανένας ωραίος άντρας θα έλεγες. Μάλλον ψηλός, με κοιλιά τριανταπεντάρη επίδοξου αλκοολικού και άσπρες τρίχες στους κροτάφους. Αλλά τα γυαλιά μυωπίας του τον έκαναν να μοιάζει με διανοούμενο. Έτσι σκεφτόταν αυτός, στην πραγματικότητα έμοιαζε σαν ένας αλκοολικός θείος με μυωπία.

Η στάση βρισκόταν στο ακριβώς απέναντι πεζοδρόμιο. Ο Νικ περίμενε τρία λεπτά για να δει το άσχημο αστικό να τον πλησιάζει. Άνοιξαν οι πόρτες και μπήκε.

Το λεωφορείο ήταν όπως πάντα γεμάτο με αδιάφορους ανθρώπους. Κανένας δε νοιαζόταν για κανένα. Ο Νικ δεν ήταν η εξαίρεση. Δεκάρα δεν έδινε για την έγκυο γυναίκα δίπλα του που με δυσκολία κρατούσε τη χειρολαβή, δεν τον ένοιαζε ακόμη κι αν λιποθυμούσε μπροστά του.

Δεν ένιωθε τίποτα για τις λυπημένες φάτσες των πιτσιρικάδων που φαίνονταν να πηγαίνουν σε μια δουλειά που δεν τους άρεσε. Δεν τον ένοιαζαν τα παράπονα των  δυο γερόντων για τα νέα μέτρα της κυβέρνησης.

«Έπρεπε όλοι αυτοί εδώ να ζήσουν μια δικτατορία, μια κατοχή.

Να δεις τι καλά που θα γελούσαν τώρα, που είναι όλοι με τα μούτρα κάτω» άρχισε να απαγγέλλει το ποίημα ένας από τους δυο όταν τελείωσε τη μίρλα για τις περικοπές. Ο διπλανός του κουτσογελώντας άρχισε να κουνά το κεφάλι του πάνω κάτω.

«Σ’ εμένα αρέσει η ζωή μου» μουρμούρισε ο Νικ καθώς σηκωνόταν. Το ζωτικό ψεύδος του.

«Σε εμένα μιλάς;» τον ρώτησε η έγκυος γυναίκα. Εκείνος την λοξοκοίταξε καθώς περνούσε από δίπλα της.

«Όχι» απάντησε και πάτησε το κουμπί στάσης. Η γυναίκα τον κοίταζε με ένα βλέμμα απέχθειας ενώ καθόταν στη θέση του.

Κατεβαίνοντας από το αστικό, ο Νικ σκέφτηκε ότι ναι, θα έπρεπε να είχε σηκωθεί για την έγκυο. Ήταν δεν ήταν εικοσιπέντε με την κοιλιά στο στόμα, λογικά κι αυτή θα πήγαινε σε μια δουλειά που σιχαίνεται, ίσα – ίσα να βγάλει τα πρώτα πάμπερς του μωρού.

Η εταιρία τού παρουσιάστηκε μπροστά  μετά από ένα πεντάλεπτο περπάτημα.  Επιβλητική, η οικοδομή ορθώθηκε, μεγαλόπρεπης με τους τέσσερις ορόφους της.

Ο Νικ μπήκε μέσα.

Στο ισόγειο βρισκόταν η γραμματεία και το κυλικείο. Άρχισε να πηγαίνει να πάρει έναν ακόμη καφέ όταν άκουσε το όνομα του.

Η γραμματέας τον είδε όταν έμπαινε και αμέσως σήκωσε το χέρι της φωνάζοντας τον.

«Καλημέρα. Σε θέλει ο Μεγάλος να πας αμέσως» είπε άτονα όταν πλησίασε ο Νικ και συνέχισε να μιλά στο τηλέφωνο.

Χωρίς να της απαντήσει, κατευθύνθηκε στο ασανσέρ. Αυτή τη φορά ήταν τυχερός, το ασανσέρ βρισκόταν στο ισόγειο και κανείς δεν ήταν μέσα.

«Boss, περίμενε με» σκέφτηκε αισιόδοξα καθώς πατούσε το κουμπί ανόδου. Πάντα ήταν αισιόδοξος. Για πέντε λεπτά κάθε μέρα, ήταν αισιόδοξος.

Ο τέταρτος όροφος είχε δυο γραφεία όλα κι όλα, του αφεντικού και του λογιστηρίου. Το λογιστήριο ήταν δίπλα από την τουαλέτα, σημείο αναφοράς για αστεία λογοπαίγνια για όσους απολύονταν. Ο Νικ άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ και με σταθερό βήμα προχώρησε ευθεία.

Η πόρτα του αφεντικού δεν είχε όνομα και ιδιότητα, ήταν μια απλή πόρτα γραφείου. Έγραφε μόνο με μεγάλα κεφαλαία γράμματα μια λέξη.

«ΜΕΓΑΛΟΣ».

Αν κάποιος δεν ήξερε, μπορεί να το έπαιρνε για αστείο, μπορεί και να έμπαινε χωρίς να χτυπούσε. Αλλά ο Νικ ήξερε. Όλοι στην εταιρία ήξεραν, ποτέ δεν μπαίνεις στο γραφείο του Μεγάλου χωρίς να χτυπήσεις.

Χτύπησε την πόρτα. Άκουσε ένα μούγκρισμα το οποίο στη γλώσσα του αφεντικού του, του Μεγάλου, σήμαινε «πέρασε μέσα». Αλλά πού να βάλει ο Μεγάλος δυο λέξεις στη σειρά.

Ο Νικ άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο γραφείο. Το αφεντικό του ήταν κρυμμένο πίσω από δυο στοίβες χαρτιά. Έπαιρνε ένα χαρτί από τη δεξιά στοίβα, το διάβαζε ή παρίστανε ότι το διαβάζει κι έπειτα το υπέγραφε ή έβαζε ένα «Τικ» και το τοποθετούσε στην αριστερή στοίβα.

Δεν ήθελε να κάτσει και πολύ στον ίδιο χώρο με τον Μεγάλο, οπότε ο Νικ καθάρισε το λαιμό του και είπε:

«Με ζητήσατε;»

Ο Μεγάλος χωρίς να τον κοιτάξει σταμάτησε για μισό δευτερόλεπτο την εξαιρετικά σημαντική του εργασία και του έδειξε την άκρη του γραφείου του. Εκεί υπήρχε ένας φάκελος.

 

Έγραφε το όνομα του Νικ.

«Για εμένα;» ρώτησε πλησιάζοντας το γραφείο. Ο Μεγάλος τον κοίταξε για λίγο και τα πρησμένα του μάγουλα συσπάστηκαν από ένα στιγμιαίο χαμόγελο. Το γρύλισμα που ακολούθησε δήλωσε το «ναι».

Ο Νικ άνοιξε το φάκελο. Άρχισε να διαβάζει το γράμμα που υπήρχε μέσα.

«Απολύεσαι».

Όσο και να πάσχισε να βρει κάτι να πει, δεν το κατάφερε. Τόσα χρόνια, τόσες θυσίες και τόσοι κόποι, για το τίποτα. Έπρεπε να φύγει και να ξεκινήσει από την αρχή. Όλη η καριέρα του πήγε στα σκουπίδια.

Κοίταξε τον Μεγάλο, ο οποίος εκείνη την ώρα σηκωνόταν. Ο Νικ πέταξε το φάκελο κάτω και έτρεξε προς το ασανσέρ.

«Περίμενε με, κι εγώ κάτω πάω» ακούστηκε η φωνή του Μεγάλου. Έξι λέξεις στη σειρά. Πρωτάκουστο. Κι ακολούθησαν τα γέλια του. Ο Νικ μπήκε στο ασανσέρ. Πριν κλείσει η πόρτα, ο Μεγάλος είδε το βλέμμα του. Είδε μια απορία  ζωγραφισμένη μέσα του.

Ο δρόμος για το σπίτι του φάνηκε πολύ πιο σύντομος χωρίς λεωφορείο. Στο δρόμο είχε πετάξει κάπου το χαρτοφύλακα του με τα σημαντικά του έγγραφα. Δεν τον ένοιαζαν κι ιδιαίτερα πλέον. Έτσι κι αλλιώς τα έγγραφα αφορούσαν το Μεγάλο.

Ύστερα του άρεσε να περπατάει, το λεωφορείο το έπαιρνε μόνο για να φτάνει πιο γρήγορα στη δουλειά του. Να μην αργήσει, κι ο Μεγάλος βάλει μια υπογραφή λιγότερη. Έφτασε σπίτι χωρίς να το καταλάβει.

«Στο διάολο, τουλάχιστον την Άννα την αγάπησα για εμένα» σκεφτόταν καθώς ανέβαινε με τα σκαλοπάτια στο διαμέρισμα του. Ήταν εννέα, θα είχε ξυπνήσει. Κι αν δεν είχε ξυπνήσει, ο Νικ θα γδυνόταν και θα ξάπλωνε κι αυτός μαζί της.

Θα τη φιλούσε, θα την αγκάλιαζε κι αν δεν σκεφτόταν το τελευταίο του πρωινό στη δουλειά, μπορεί να έκαναν και έρωτα.

Ξεκλείδωσε την πόρτα της γκαρσονιέρας που τόσο αντιπαθούσε η γυναίκα της Ζωής του.

Το σπίτι ήταν άδειο, ο ήλιος φώτιζε για τα καλά το μικρό δωμάτιο που επέλεξε να ζει ο Νικ. Η Άννα πουθενά. Το κρεβάτι ήταν μαζεμένο. Στην άκρη του κρεβατιού υπήρχε ένας φάκελος. Με το όνομα του Νικ γραμμένο απ’ έξω.

Σήκωσε τον φάκελο  εντελώς μηχανικά, τον άνοιξε και κράτησε το γράμμα που είχε μέσα.

Περίμενε να διαβάσει για δεύτερη φορά την ίδια μέρα, ούτε καν μέρα-το ίδιο πρωινό, την απόλυση του. Τρελό, αλλά όλο το πρωινό του ήταν τρελό. Άρχισε να διαβάζει.

Ο γραφικός χαρακτήρας του φάνηκε αόριστα γνωστός.

 

«Όσο κι αν σε καταλαβαίνω, όσο κι αν σε αγαπάω, όσο κι αν θα μου λείψεις, φεύγω. Βαρέθηκα να σε περιμένω

Ζωή

Υ.Γ.: Μην με περιμένεις ούτε εσύ»

Ο Νικ σήκωσε το κεφάλι του από το φάκελο και έψαξε το δωμάτιο για πιθανές απαντήσεις στην μια και μοναδική του ερώτηση.

«Μα, Άννα τη λένε, όχι Ζωή. Άννα»

Έκανα κάποιο λάθος;

Η Άννα δεν ήταν η γυναίκα της ζωής του πρωταγωνιστή;

Η Ζωή ποια είναι;

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *