Πόσο ακόμα μέχρι να σπάσεις…

 

Σου φαίνονται όλες οι μέρες ίδιες. Ξημερώνει, νυχτώνει, ξυπνάς, κοιμάσαι. Κάθε μέρα, όλο το μήνα, για ολόκληρο το χρόνο. Ξανά και ξανά, πάλι και πάλι. Η ίδια, αλλά ακριβώς η ίδια ζωή, η ρουτίνα.

Και τη ρουτίνα σου την έχεις βαφτίσει ζωή μικρέ μου, αυτό είναι. Βάφτισες τη ρουτίνα σου, ζωή. Η ζωή το άκουσε αυτό.

Και πικράθηκε.

Όχι από εσένα, εσύ έτσι κι αλλιώς άξιος μόνο για αυτό ήσουν και είσαι. Να μπαίνεις σε καλούπια, να γίνεσαι ότι ακριβώς πρέπει να γίνεις. Να φοβάσαι να κάνεις το οτιδήποτε θα σε χαρακτηρίσει.

Αυτό είναι που παρομοίασες με τη μια και μοναδική Ζωή. Το καλούπωμα, ας χρησιμοποιήσω τη λέξη αυτή των παππούδων μας.

Αυτό άκουσε κι εκείνη και νευρίασε, τα πήρε μαζί σου. Έτσι αποφάσισε να σου δώσει ένα μάθημα. Έτσι, για να μην την ξεχάσεις ποτέ ξανά. Να τη θυμάσαι για πάντα με το πραγματικό της όνομα, Ζωή.

Να μην την παρομοιάσεις ποτέ ξανά με την κακιά ξαδέρφη της, τη ρουτίνα.

Μετά από χρόνια στα ίδια, ξυπνάς ένα ωραίο και ηλιόλουστο πρωινό. Νομίζεις ότι η μέρα σου θα ξεκινήσει όπως οι υπόλοιπες εκατομμύρια ημέρες σου που πέρασαν και δεν ακούμπησαν καν. Όμως καθώς σηκώνεσαι και νιώθεις μια ηλιαχτίδα στο κατάλευκο μάγουλο σου, αισθάνεσαι να αλλάζει κάτι μέσα σου. Σηκώνεσαι και κάθεσαι γυμνός να αγναντεύεις το άδειο σου σπίτι.

Φοράς τα γυαλιά σου και αποχαυνωμένος αναρωτιέσαι:

«Γιατί είναι άδειο το σπίτι; Από πότε είναι άδειο το σπίτι; Ποιός φταίει που άδειασε το σπίτι μου;» γυρνώντας το βλέμμα σου από γωνιά σε γωνιά ενώ ταξιδεύεις σε όλα σου τα έπιπλα. Τα έπιπλα σου δεν έχουν στόμα να απαντήσουν, τα ρούχα σου που βρίσκονται τακτοποιημένα επάνω στην καρέκλα γραφείου δίπλα σου δεν έχουν νόηση να μιλήσουν και να δείξουν τον ένοχο.

Σιωπή, μόνο αυτό ακούς. Είναι η πρώτη φορά που αναρωτιέσαι το λόγο που το σπίτι σου είναι άδειο. Είναι η πρώτη φορά που αναρωτιέσαι το λόγο που είσαι μόνος.

Σηκώνεσαι και πλησιάζεις την καρέκλα να φορέσεις τα ακριβά σου ρούχα. Όλα στην εντέλεια, τα έχεις φρεσκοσιδερωμένα από την προηγούμενη νύχτα. Ένα μπλε σατέν πουκάμισο κι ένα κολλαριστό ασορτί παντελόνι. Ενώ κατευθύνεσαι στο μπάνιο να κοιταχτείς στον καθρέφτη, αρχίζεις να δένεις τη γραβάτα σου. Και ξαφνικά σταματάς. Κοιτάζεις τη γραβάτα σου κι έπειτα το πρόσωπο σου.

«Από πότε φοράω γυαλιά; Από πότε φοράω γραβάτα το πρωί; Για ποιο λόγο να φοράω ένα άβολο κοστούμι το πρωί;» λες ενώ ταυτόχρονα βγάζεις την αηδιαστική γραβάτα από το λαιμό σου. Έπειτα πετάς τα γυαλιά σου ενώ συνειδητοποιείς ότι βλέπεις το ίδιο καλά και χωρίς αυτά.

«Τι τα ήθελα αυτά τα ρημάδια τόσα χρόνια; Και πόσα ακριβώς είναι τα χρόνια που τα φοράω;              Γιατί τα φοράω;» ψελλίζεις καθώς βγαίνεις από το μπάνιο σου, προχωράς στην εξώπορτα, την ανοίγεις καιν βγαίνεις από το άδειο σου σπίτι. Χωρίς το ασορτί σου σακάκι.

Κατευθύνεσαι στο ακριβό σου αυτοκίνητο, το οποίο ακόμη χρωστάς, ψάχνεις τα κλειδιά σου και θυμάσαι ότι βρίσκονται στο σακάκι σου, το οποίο σακάκι είναι ακόμη επάνω στην καρέκλα. Κάνεις να γυρίσεις στο διαμέρισμα αλλά κοντοστέκεσαι και σκέφτεσαι:

«Από πότε παίρνω το αμάξι κάθε μέρα για μια απόσταση δέκα λεπτών με τα πόδια; Γιατί δε συναναστρέφομαι με κόσμο αυτά τα δέκα λεπτά αλλά κλείνομαι στο κινητό μου ψυχιατρείο; Η στάση κοντά είναι»

Έχεις καιρό να πάρεις το λεωφορείο για τη δουλειά, χρόνια για την ακρίβεια.

Περιμένοντας στη στάση χαζεύεις τον κόσμο, ακούς τους ανθρώπους γύρω σου. Αυτό σε ευχαριστεί επειδή έχεις καιρό να ακούσεις, μόνο μιλάς.

«Είναι τόσο ωραίο να ακούς τον κόσμο, γιατί είχα σταματήσει να τον ακούω; Ποιος μου το επέβαλε; Εγώ; Κι αν ναι, γιατί;» σκέφτεσαι ενώ ανεβαίνεις στο λεωφορείο. Χτυπάς εισιτήριο και κάθεσαι όρθιος, πιασμένος από μια χειρολαβή ενώ παρατηρείς τα πάντα.

Άνθρωποι που σαν κι εσένα έχουν μπει σε καλούπια κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι δείχνουν χαρούμενοι. Αυτοί οι άνθρωποι χαμογελάν. Αυτοί οι άνθρωποι ζούνε. Εσύ αναρωτιέσαι.

Φτάνεις στη δουλειά σου, χωρίς το ντύσιμο της καθημερινότητας και τον χαρτοφύλακα σου με τα πολύτιμα για τη δουλειά σου έγγραφα. Ανεβαίνεις στο γραφείο, εισπράττεις τα έντρομα βλέμματα των συναδέλφων σου. Είναι βυθισμένοι εκεί που είσαι κι εσύ, στη ρουτίνα. Κι έχουν τρομοκρατηθεί που σήμερα σε βλέπουν έτσι, διαφορετικό.

Κι η Ζωή που σε κοιτάζει από κάπου εκεί κοντά, γελάει ειρωνικά.

Περνάς το γραφείο σου και κατευθύνεσαι στο Μεγάλο αποφασιστικά. Ανοίγεις την πόρτα με ορμή για πρώτη φορά στα δέκα χρόνια που βρίσκεσαι στη δουλειά.

Εκείνος σηκώνει το κεφάλι και σε κοιτάζει με έκπληξη, φόβο και οργή.

«Πόσο ακόμη θα αντέξεις έτσι;» ρωτάς. Μη περιμένοντας απάντηση, βγαίνεις από το γραφείο, χαιρετάς με το μεσαίο δάχτυλο όλους τους ανθρώπους που παραμένουν στη ρουτίνα και αποχωρείς.

Και η Ζωή χειροκροτεί ειρωνικά.

Μ ε ένα μαγικό τρόπο, όταν βγαίνεις έξω βλέπεις ότι έχει σκοτεινιάσει. Έχει περάσει ήδη ένα οκτάωρο ενώ βρισκόσουν μέσα στη ρουτίνα για μόλις πέντε λεπτά.

«Όχι, δε γίνεται, αφού αποφάσισα να αλλάξω. Γιατί ο χρόνος έτρεξε τόσο γρήγορα;» μουρμουράς καθώς βαδίζεις προς το σπίτι σου με τα πόδια.

«Γιατί, γιατί, γιατί; Αφού κατάλαβα, γιατί έτρεξε τόσο γρήγορα ο χρόνος; Άργησα κι όμως σήμερα ξύπνησα. Ξύπνησα» συνεχίζεις να παραμιλάς.

Φτάνεις έξω από το σπίτι σου, πριν ανοίξεις την εξώπορτα σου βλέπεις τον τρελό της γειτονιάς σου. Έτσι τον είχες βαφτίσει όταν μετακόμισες στον μικρό σου κλουβί για να είσαι πιο κοντά στη ρουτίνα σου.

Σε δείχνει και φωνάζει μέσα στο σκοτάδι:

«Πόσο ακόμη θα αντέξεις μέχρι να σπάσεις; Πόσο ακόμη;» και γελά δυνατά τρέχοντας στο δρόμο. Μια φιγούρα αστεία για πολλούς. Πραγματική για τη ζωή, τρομερή για τη ρουτίνα.

Μένεις να χαζεύεις τον «Τρελό» για μερικά δευτερόλεπτα ή για λίγες ώρες.

«Πόσο ακόμη» επαναλαμβάνεις καθώς ανοίγεις την πόρτα. Ξανά και ξανά, πόσο ακόμη. Κι από πίσω σου μπαίνει κι η Ζωή. Και για πρώτη φορά τη βλέπεις.

Είναι όμορφη, όμως αυτή τη στιγμή σου φαντάζει απειλητική. Την κοιτάς μέσα στα μάτια, ‘όχι για πολύ, αποστρέφεις το βλέμμα. Εκείνη σου πιάνει το πρόσωπο και στο φέρνει στο ίδιο ύψος με τα μάτια της, ξανά.

Χάνεσαι μέσα στα χιλιάδες χρώματα των ματιών της και η μόνη φράση που λες είναι:

«Πόσο ακόμη μέχρι να σπάσω;»

«Πόσο ακόμη μέχρι να μάθεις;» σου απαντά με ένα χαμόγελο. Έπειτα σκύβει και σε φιλάει στο μάγουλο. Κλείνεις τα μάτια και νιώθεις να καταρρέεις.

Μετά από χρόνια στα ίδια, ξυπνάς ένα ωραίο και ηλιόλουστο πρωινό. Νομίζεις ότι η μέρα σου θα ξεκινήσει όπως οι υπόλοιπες εκατομμύρια ημέρες σου που πέρασαν και δεν ακούμπησαν καν. Όμως καθώς σηκώνεσαι και νιώθεις μια ηλιαχτίδα στο κατάλευκο μάγουλο σου, αισθάνεσαι να αλλάζει κάτι μέσα σου. Σηκώνεσαι και κάθεσαι γυμνός να αγναντεύεις το άδειο σου σπίτι.

Θυμάσαι κάτι που νομίζεις ότι έχεις ζήσει και αναρωτιέσαι:

«Πόσο ακόμη πριν να σπάσω;»

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *