Το ξεψάρισμα.

(Αφορμή στάθηκε μία χαλαρή, βραδινή βόλτα στο λιμάνι της Τήνου το καλοκαίρι του 2016)

Πλησίασα για να δω τι κοιτούσε τόσο επίμονα ο μαζεμένος κόσμος. Ήταν το τελείωμα ενός πανέμορφου σούρουπου στην προβλήτα του κυκλαδίτικου λιμανιού. Ρουφούσα αχόρταγα τα τελευταία μωβ του δειλινού.

Σαν τις πεταλουδίτσες γύρω από ένα έντονο άσπρο φως, μικρούληδες, μικροί, νέοι, μεγάλοι παρατηρούσαν ακίνητοι και αμίλητοι! Όσο μαζευόταν ο κόσμος γύρω από το θέαμα τόσο και στένευε η μικρή προβλήτα. «Τι κάνουν όλοι αυτοί εκεί;»

Πλησιάζω περισσότερο. Μέσα στο «κάδρο» εντοπίζω τη μορφή του. Είναι ντόπιος αλλά τα ανοιχτά χρώματά του είναι εκτός του ελληνικού μέσου όρου. Φαίνεται πολύ προσηλωμένος στην εργασία του κάτω από το έντονο λευκό φως. Που και που έριχνε γρήγορες κλεφτές ματιές στον συγκεντρωμένο κόσμο μπροστά του. Το βλέμμα του είναι προσηλωμένο στην επίπονη εργασία του. Θα περίμενες να μαρτυράει την κούρασή του. Όχι, όμως. Είναι ζωηρό και σπινθηροβόλο…

Η ματιά μου μαγνητίζεται κυριολεκτικά από την επιδεξιότητα των χεριών του. Είναι σβέλτα και αποτελεσματικά. Δουλεύουν σαν μηχανή! Φαίνεται να τον πιέζει ο χρόνος. Κάποια στιγμή αποφασίζει να συνεχίσει όρθιος ξεκουράζοντας τα γόνατά του.
«Πόση καταπόνηση σωματική!». Το σώμα του είναι δυνατό και γεμάτο καλοσχηματισμένους μύες «Είναι μόνο από τη δουλειά;» Τα δάχτυλά του δε λογάριαζαν σωματικό πόνο. Συνέχιζε απτόητος.

Στην αρχή όταν πρωτοπλησίασα, δεν άντεχα να βλέπω όλες τις φάσεις της σκηνής. Απέστρεφα γρήγορα το βλέμμα μου, όταν τα δάχτυλά του σκάλωναν σε αγκάθια, μυτερά δόντια, αιχμηρά απορρίμματα… Παράξενο. Κανένας μορφασμός πόνου ή έστω μία σύσπαση του προσώπου.

«Πόσο συνηθισμένος στον πόνο θα είναι…» Το μυαλό μου άρχιζε να πλάθει νοερά όλες τις υποθετικές δύσκολες στιγμές της δουλειάς του γενικά. Το ατελείωτο ωράριό του, τις απρόβλεπτες συνθήκες, την εξάρτηση και τη δέσμευσή του από τα φυσικά φαινόμενα, τη μοναξιά, τη σωματική κόπωση, τη χασούρα, την καχυποψία των αγοραστών, τη βρώμα…
«Αυτή, άραγε, φεύγει κάποτε;»

Μπροστά του και γύρω του υπήρχαν σε παράταξη κουβάδες και καφάσια σε διάφορα χρώματα και μεγέθη. Έκανε γρήγορα την επιλογή του και το υλικό κατέληγε ανάλογα σε κάποιον κουβά, καφάσι, στον πάτο της βάρκας δίπλα του ή και στη θάλασσα.

Η νύχτα ήταν ιδιαίτερα ζεστή. Βιαζόταν. Ο κόσμος έδινε παραγγελίες. Έκανε σύντομο διάλογο, λέγοντας τα απολύτως απαραίτητα για τη δοσοληψία. Τα χέρια του δεν κάνουν καμία παύση ποτέ. Με εντυπωσίαζε η γρήγορη επιλογή του σχετικά με την τύχη του υλικού. Δίχως δεύτερη σκέψη. «Αποτέλεσμα μακρόχρονης εμπειρίας!»

Είχε μπροστά του δύο ντάνες με δίχτυα τυλιγμένα και καθαρά από την ψαριά. Λίγο ακόμα του είχε απομείνει. Έτσι τουλάχιστον φαινόταν. «Μα, ποτέ δεν τελειώνει;» Κάποιος μικρός αναστεναγμός του ξέφυγε. Πόσο παράταιρος ακούστηκε μπροστά σε αυτήν την εικόνα του ακούραστου και του αγέρωχου.

Επιλογές… Επιλογές… Επιλογές… Όλη η ζωή μας γεμάτη. Ανά πάσα στιγμή καλούμαστε να επιλέξουμε. Το οτιδήποτε. Και είναι φορές που η επιλογή οφείλει να είναι γρήγορη και σωστή. Τα λάθη δεν συγχωρούνται. Η απόφαση που θα προηγηθεί πρέπει να είναι καλά ζυγισμένη και να βγει νικήτρια ανάμεσα σε όλες τις άλλες πιθανές!

Οι δεξαμενές απόθεσης των υλικών να είναι οι κατάλληλες και στην ανάλογη απόσταση μεταξύ τους. Τα πολύτιμα και τα πιο ακριβά, τα αμέσως επόμενα σε αξία, τα ενδιάμεσα, τα φτηνά, τα εντελώς άχρηστα… Α! Για αυτά τα τελευταία απαιτείται κίνηση λίαν αποφασιστική και θαρραλέα.

Τα δίχτυα του γοητευτικού ψαρά πολλές φορές σκίζονταν στην προσπάθειά του να ξεμπλέξει γρήγορα κάποιο εύρημα. «Το ξεψάρισμα είναι μια δύσκολη υπόθεση!» Έχει και την επιπλέον εργασία με το μπάλωμα και την φροντίδα των διχτυών και όμως σχεδόν αδίστακτα τα τέντωνε με βία για να προχωρήσει γρήγορα στην επιλογή του…

Από ένα χρονικό σημείο και μετά δεν «έβλεπα» τα δίχτυα μπροστά μου, αλλά μία αναδρομή στο παρελθόν! Η ψυχή ήταν το δίχτυ στα χέρια μου…

12 Shares

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *