Home Αφιερώματα Ελληνικά ΚΩΣΤΑ ΤΑΧΤΣΗ "ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ" ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Τάδε έφη...

τίποτα  « σωστό »  δεν ήταν « ωραίο « απ όσα έκανα…!

 

Αυτό πού ισχύει για τον έρωτα είναι  ο τι  ειπωθεί , αφού τελειώσει !

 

Κική Δημουλά
Times
ΚΩΣΤΑ ΤΑΧΤΣΗ "ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ" ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Αξιολόγηση Χρήστη: / 0
ΧείριστοΆριστο 
Συντάχθηκε απο τον/την Γιώργος Ρούσσος   
Κυριακή, 01 Ιανουάριος 2012 13:12

 

 

 

 

Το «Τρίτο Στεφάνι», το έργο που καθιέρωσε τον Κώστα Ταχτσή, σε θεατρική διασκευή των Σταμάτη Φασουλή και Θανάση Νιάρχου ανεβαίνει για περιορισμένες παραστάσεις στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, από τις 4 Ιανουαρίου του 2012.

 

Το έργο, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από το Εθνικό Θέατρο την περίοδο 2009-2010, ανεβαίνει σε συμπαραγωγή της Ελληνικής Θεαμάτων, του Εθνικού Θεάτρου και του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης.

 

Το «Τρίτο Στεφάνι», ένα από τα σημαντικότερα νεοελληνικά μυθιστορήματα, εκδόθηκε το 1962.

 

Ο Μιχάλης Κακογιάννης  είχε δηλώσει οτι θέλει να το μεταφέρει στόν κινηματογράφο, ενώ η Μελίνα Μερκούρη τό είχε στό μυαλό της με Εκάβη τήν Δέσπω Διαμαντιδου καί σέ σκηνοθεσία Ζύλ Ντασσέν..

 

Τελικά θα τό δούμε στή Θεσσαλονίκη μέ Νίνα και Εκαβη τής κ.Ν.Μεντή και Φ.Κομνηνού..

 

Πρόκειται για αυτοβιογραφικό εργο που αφορά μόνο ενα μέρος απο τή ζωή του συγγραφέα, μέ μνήμες που σκιαγραφούν με πρωτόγνωρο για την εποχή του τρόπο ένα κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας μέσα από τη ματιά δύο γυναικών, της Νίνας και της Εκάβης καί σέ μία γλώσσα σημερινή που πολύ πετυχημένα χρησιμοποίησαν οι διασκευαστες γιά να μεταφέρουν ενα πεζό κείμενο στή θεατρική σκηνή, πράγμα καόλου εύκολο...

 

Δύο γυναίκες οικείες, γεμάτες δύναμη και αδυναμίες, ξετυλίγουν μπροστά μας το νήμα της ζωής τους: γάμοι, απιστίες, διαζύγια, θάνατοι, οικονομικές αποτυχίες, οικογενειακά δράματα.

 

Η προσωπική, μικρή τους ιστορία είναι δεμένη με τη μεγάλη ιστορία, με την ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

 

Τα κυριότερα γεγονότα του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα -ο Μακεδονικός αγώνας, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η Μικρά Ασία, ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή- περνάνε μπροστά μας.

 

Άλλοτε καθοριστικά και άλλοτε σαν φόντο σε ένα συναισθηματικό τοπίο. 

 

                                                                 

 

Τη σκηνοθεσία της παράστασης, στην οποία παίζουν η Νένα Μεντή, η Φιλαρέτη Κομνηνού, ο Γιάννης Στάνκογλου, η Τάνια Τρύπη και ακόμη 20 ηθοποιοί, υπογράφει ο Σταμάτης Φασουλής, με βοηθό τον Γιώργο Παπαδόπουλο.

Τα σκηνικά είναι της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου, τα κοστούμια της Ντέννης Βαχλιώτη, ενώ υπεύθυνος για τη μουσική σύνθεση-επιμέλεια είναι ο Θοδωρής Οικονόμου. Την κίνηση επιμελήθηκε η Αποστολία Παπαδαμάκη, τη μουσική διδασκαλία η Μελίνα Παιονίδου και τους φωτισμούς ο Λευτέρης Παυλόπουλος.

 

Από τήν Τετάρτη στό ΜΜΘ

 

 

 

 

 

 

O KΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗ γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη.

 

Παιδί χωρισμένων γονιών, τον πατέρα τον γνώρισε ελάχιστα. Η μάνα, ιδιαίτερα ανεξάρτητη για την εποχή της, τον «παραδίδει» και μεγαλώνει στα χέρια της Αθηναίας γιαγιάς του, που έχει βρεθεί στη Μακεδονία υπό τις ίδιες συνθήκες, πάνω κάτω, που βρέθηκε και η Εκάβη του «Στεφανιού». Και για τους ίδιους ακριβώς λόγους παίρνει τον εγγονό της και εγκαθίστανται στην Αθήνα, στο Μεταξουργείο, όπου ζει όλες τις περιπέτειες και τις σύγχρονες τραγωδίες της Ελλάδας.

 

Ο Κώστας Ταχτσής περνάει την εφηβεία του σε ένα μητριαρχικό περιβάλλον, όπου τα αρσενικά πέφτουν συχνά θύματα των γυναικών, οι οποίες μηχανορραφούν εις βάρος τους, υφαίνοντας σαν τις αράχνες τον ιστό στον οποίο παγιδεύουν τους άντρες-θηράματά τους.

 

Κι έτσι χάρη σε αυτές, διεισδύει από πολύ μικρός στη γυναικεία ψυχολογία -αντιζηλίες, προδοσίες, εκδίκηση- την οποία και αποδίδει τόσο αριστουργηματικά στο έργο του.

 

Ως ενήλικας, επιλέγει μια ζωή ακραία τολμηρή -ώς εξωφρενική: Ανοιχτά ομοφυλόφιλος από πολύ νωρίς (τον χαρακτηρίζει έντονα το αίσθημα της ελευθερίας) και υπέρμαχος της ειλικρίνειας και της συνέπειας λόγων και πράξεων όσο λίγοι, κάτι που στον πολυποίκιλο και πολυτάραχο βίο του δημιουργεί άπειρες προστριβές και έχθρες.

 

Εργάζεται ως γραμματέας του Αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο του Λούρου, στην Αθήνα βιοπορίζεται διδάσκοντας αγγλικά, και το ‘54 αρχίζει τις μεγάλες του εξορμήσεις -και περιπέτειες- ανά την Ευρώπη.

 

Το ‘56 δουλεύει ως βοηθός σκηνοθέτη στο «Παιδί και το δελφίνι», που γυρίζεται στην Υδρα με τη νεαρή τότε Σοφία Λόρεν, και τον επόμενο χρόνο φεύγει μετανάστης στην Αυστραλία.

 

Στους «Αντίποδες» «ενηλικιώνεται»: Ξεκινάει την πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματός του και αρχίζει να εκδίδεται ως παρενδυτικός, μια συνήθεια που τον ακολουθεί στο υπόλοιπο της ζωής του μέχρι τελευταίας -κυριολεκτικά- πνοής. Πάντα με το ίδιο μοτίβο: Σκεπτόμενος διανοούμενος το πρωί, ακροβάτης των σεξουαλικών ισορροπιών τη νύχτα.

 

«Το τρίτο στεφάνι» το εκδίδει πουλώντας ένα σπίτι στην Πλάκα, διανέμει τον Ιανουάριο του ‘63 μερικά αντίτυπα και φεύγει με το πρώτο καράβι, άρον άρον σαν απόδραση, για την Αμερική, όπου διανύει δύο συναρπαστικά και τρικυμιώδη χρόνια. Από τήν Ν.Υόρκη στέλνει ενα του διήγημα "τά ρέστα" που δημοσιεύεται στό λογοτεχνικό περιοδικό «Πάλι»

 

Παρόλο που επανέρχεται αυτοβιογραφούμενος, η μοντέρνα γραφή και η κριτική απόσταση από τα βιώματά του αποδεικνύουν, χάρη στην άρτια τεχνική του, την ωριμότητα και την εξελισσόμενη μαστοριά του ως πεζογράφου. Με αφορμή τα επόμενα τεύχη, και ως μέλος της συντακτικής ομάδας του «Πάλι», πίσω στην Αθήνα, ολοκληρώνει σειρά διηγημάτων, κάτι σαν «ένα μυθιστόρημα αλυσίδα» όπως τα χαρακτηρίζει ο ίδιος, που κάτω από τον τίτλο του πρώτου αποτελούν τη συλλογική έκδοση του ‘72.

Η δικτατορία τού στερεί τη μαζική επανέκδοση του «Στεφανιού», καθώς ο Δεσποτίδης των εκδόσεων «Θεμέλιο», που του το προτείνει, συλλαμβάνεται την ώρα που στη Γαλλία εκδίδεται σε μετάφραση του κορυφαίου ελληνιστή Ζακ Λακαριέρ.

Συνυπογράφει τη «Δήλωση των 18 κατά της λογοκρισίας», ενώ οι συναναστροφές του πια περιλαμβάνουν από τον Σεφέρη μέχρι τον Ιόλα, τον Φασιανό και τον Ακριθάκη, οι οποίοι αποδεικνύονται καρδιακοί φίλοι. «Το τρίτο στεφάνι» αναπάντεχα διαδίδεται χάρις στους πολιτικούς κρατουμένους του Κορυδαλλού, περνώντας από χέρι σε χέρι. Το 1973, ο Αγγελόπουλος συνεργάζεται μαζί του στο σενάριο του «Θιάσου», ξεχνώντας να βάλει το όνομά του στους συντελεστές.

Η μεταπολίτευση φέρνει ελπίδες για τις νέες προοπτικές της σύγχρονης Ελλάδας. Γίνεται σύμβουλος λογοτεχνίας στην κρατική τηλεόραση και συν-σχεδιάζει μαζί με τον Χατζιδάκι το Τρίτο Πρόγραμμα. Σύντομα όμως παραιτείται, συνειδητοποιώντας ότι, φύσει και θέσει ανένταχτος κι ελεύθερος, είναι αδύνατο να συμβιβαστεί με τους αυλοκόλακες και τα τερτίπια του κατεστημένου.

Διασκευάζει εξαιρετικά για τη φίλη του Ελλη Λαμπέτη το ’75 την πρωτοποριακή «Δεσποινίδα Μαργαρίτα» και το ’78 τη «Φιλουμένα», ενώ εξοργίζει την πλειονότητα των αρτηριοσκληρωτικών φιλολόγων, μεταφέροντας τον Αριστοφάνη σε σύγχρονες πολιτικοκοινωνικές αντιστοιχίες -«Λυσιστράτη», «Βατράχους», «Εκκλησιάζουσες», όλα παραγγελίες του Σπύρου Ευαγγελάτου- με τη χρήση λαϊκού ζωντανού λόγου και «καλλιαρντών» (την αργκό των τραβεστί).Οι φιλόλογοι τόν κατηγορούν γιατι μεταφέροντας στά συγχρονα ελληνικά τό όνομα ενός αριστοφανικού΄ήρωα, του ΠΕΟΝΙΔΗ, τόν ονομάζει θαραλλέα "ΨΩΛΟΝΙΔΗ" καί τούς φέρνει στάπρόθυρα νευρικής κρίσης "διά τήν ύβριν"

Το «Στεφάνι» πια μπεστ σέλερ και το δοκιμιακό «Η γιαγιά μου η Αθήνα» του ’79 να τον ανάγει σε ζωντανό μύθο του αθηναϊκού γίγνεσθαι.

Στη δεκαετία του ’80 αναλώνεται σε φοβερές συγκρούσεις με τους παρενδυτικούς της Συγγρού, μια πολύπλοκη ρήξη με αφετηρία την ίδρυση του απελευθερωτικού κινήματος των γκέι, και η δημοσιοποίηση της προσωπικής του ζωής οδηγεί στην ακύρωση της κινηματογραφικής μεταφοράς του «Τρίτου στεφανιού» από τον Αγγελόπουλο και τον Κακογιάννη.

 

Με αυτό το παράπονο φεύγει, θύμα μιας μυστηριώδους δολοφονίας από εραστή-πελάτη στο σπίτι του στον Κολωνό, ξημέρωμα της 26ης Αυγούστου του 1988, σε ηλικία μόλις εξήντα ενός ετών, αφήνοντας ημιτελή μια εξαιρετικού ύφους και αφηγηματικής πυκνότητας προφητική αυτοβιογραφία «Το φοβερό βήμα», όπου πρόλαβε να πει τα πάντα για τον εαυτό του αλλά και για όλους τους υπόλοιπους,που κάποιος -άθελα του ή προσχεδιασμένα- φρόντισε να μην προλάβει......

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΤΣΙΔΗΣ ΡΟΥΣΣΟΣ