H τρελή του πλοίου.

(Αφορμή στάθηκε μία θαλάσσια βόλτα μου με πλοίο τον Φεβρουάριο)

Βγήκα έξω από το «Σαλόνι των Επιβατών» για να απολαύσω λίγο ακόμα το θαλάσσιο ταξίδι. Η άφιξη στο λιμάνι δεν αργούσε. Με χτύπησε το χειμερινό αεράκι στο πρόσωπο. Είχα τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι με τα δάχτυλα πάντα σε ετοιμότητα και πάντα στη ρύθμιση του ασπρόμαυρου! Στο κατάστρωμα της δικής μου εξόδου, έγερναν στην κουπαστή κάμποσοι εραστές της θάλασσας σαν εμένα που δεν λογάριαζαν καθόλου το κρύο. Ξαφνικά το οπτικό μου πεδίο γεμίζει από την παρουσία της.

Ήταν εκείνη.

Ξεπερνάει το μέτριο ανάστημα, το προφίλ της προδίδει έντονα χαρακτηριστικά, τα ξέπλεκα μακριά μαύρα μαλλιά της ανεμίζουν στην πλάτη της, τα ρούχα είναι σκουρόχρωμα και στον αριστερό της ώμο στηρίζει μία χρωματιστή τσάντα-παραφωνία… Την παραμονεύω μέσα από το σκόπευτρο της μηχανής. Σκανάρω την φιγούρα και τις κινήσεις της. Η ματιά μου ακινητοποιείται στο στόμα της. Κατεβάζω τη μηχανή. Κοιτάζω δεξιά και αριστερά. Κανένας αποδέκτης για τα λόγια της!

Μιλάει μόνη της.

Όσοι στέκονταν δίπλα της αποχωρούν κάπως εσπευσμένα. Ομοίως όσοι περπατούν από πίσω της και την ακούσουν και καταλάβουν, τρέπονται σε ένα είδος… «άτακτης φυγής», όσοι δε βγαίνουν έξω από το Σαλόνι και την αντικρύζουν κατευθείαν μπροστά τους, οπισθοχωρούν κατευθείαν! Τι να σκέφτονται; Είναι επικίνδυνη, είναι τρελή, είναι περίεργη, είναι ενοχλητική, είναι διαφορετική, είναι αλλοπρόσαλλη, περίεργη και απρόβλεπτη δηλαδή. Τους κοιτάω με ενόχληση!

Θυμώνω.

Ναι, ΕΓΩ, θυμώνω. Εκείνη μάλλον έχει καταποντιστεί σαν τα κύματα που χαζεύει, από όλο «αυτό» που την έφτασε στο σημείο να διαφέρει «τόσο» και «έτσι». Κάποιος δεν πρέπει να θυμώσει για το «τόσο και έτσι» της; Θυμώνω για την κοινωνική νοοτροπία που έχει βαθύτατα ζουπηχτεί στα εγκεφαλικά μας κανάλια από τότε που αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε τον κόσμο γύρω μας, και από πιο πριν ακόμα, θυμώνω με την φτωχότατη ενσυναίσθηση όλων γύρω της, ακόμα και με τον εαυτό μου θυμώνω κάπως που το κόμματι της αυτοσυντήρησης και του ενστίκτου τον έχει κάνει να παραμείνει στη θέση του αλλά με προφυλαγμένα τα νώτα του, θυμώνω και όλες τις αιτίες του «τόσο και έτσι» της!

Οι δυο μας.

Κάποια στιγμή σε ένα γύρισμα του κεφαλιού της με εντοπίζει λοξά πίσω της. Φευγαλέα συνάντηση των βλεμμάτων μας. Ξεκινάω αργά πάλι την βόλτα μου στο κατάστρωμα με τον γνωστό φωτογραφικό σκοπό. Την παρακολουθώ διακριτικότατα με την απόλυτη άκρη του ματιού μου. Στέκομαι σε ένα άλλο σημείο. Την βλέπω να με ακολουθεί και να παίρνει την ίδια θέση στην κουπαστή μπροστά μου. Επανάληψη του ίδιου σκηνικού λίγες φορές ακόμα! Επιθυμεί ένα είδος «σύνδεσης» μαζί μου; Δεν θα σε φωτογραφίσω, ενώ θα μπορούσα κλασικά εύκολα και κρυφά…Θα μείνεις ένα κάδρο άγριας και παράξενης ομορφιάς χαραγμένο για πάντα στη μνήμη μου που εκείνη στο πέρασμα της ζωής και του χρόνου θα βάζει διάφορες «πινελιές».

Κατάπλους στο νησί.

Ανακοίνωση της άφιξης μας από το μεγάφωνο. Το λιμάνι του νησιού απλώνεται μπροστά μας. Μα, που να πήγε; Την έχασα. Ελλιμενισμός. Η γνωστή γκρίνια κάθε φορά που εγκαταλείπω ένα πλεούμενο. Ακόμα την ψάχνω στο πλήθος των συνεπιβατών μου. Τίποτα. Εξαφανίστηκε. Ξεχύνομαι αχόρταγα στους δρόμους του νησιού. Η μηχανή στο χέρι ξεκινάει πάλι την εργασία της. Ωπ! Σε ένα κάθετο δρομάκι η γνωστή σκουρόχρωμη φιγούρα της με την χρωματιστή τσάντα ξεπροβάλει. Ανεβαίνει με σίγουρα και ξεκάθαρα βήματα που μαρτυράνε κάποια σχέση της με το νησί. Ωχ, όχι! Θα είναι ΚΑΙ του νησιού η τρελή; Του νησιού;…

Η  ΤΡΕΛΗ

WILLIAM BUTLER YEATS, (Μετ : Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς, Οκτ. 2011)

 

Ετούτη η τρελή κόρη  που αυτοσχεδιάζει τη μουσική της

την ποίησή της, χορεύοντας στην ακροθαλασσιά

με την ψυχή της τώρα χωρισμένη

και σκαρφαλώνει, πέφτει, χωρίς να ξέρει πού

 

και κρύβεται σ’ ενός ατμόπλοιου τ’ αμπάρι

με γόνατο σπασμένο, η κόρη αυτή, δηλώνω εγώ,

είναι κάτι ωραίο κι υψηλό, κάτι

ηρωικά χαμένο που ηρωικά έχει βρεθεί.

 

Δεν έχει σημασία ποια συμφορά τη βρήκε∙

την τύλιξε μια μουσική απελπισμένη

και τυλιγμένη τυλιγμένη μες στο θρίαμβό της

εκεί που στοίβαζα δεμάτια και καλάθια

έβγαλε μια φωνή παράξενη τραγουδιστή:

«Αχ θάλασσα που θάλασσα ποθείς, θάλασσα πεινασμένη».

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *